Στο νησί Ντιναγκάτ δεν έχει μείνει όρθιο ούτε ένα σπίτι.

«Όλα έχουν χαθεί, ανάμεσά τους και το σπίτι μου», λέει στο CNN ο Τζέι Λάτσια. «Η σκεπή και όλη η ξυλεία που χρησιμοποιήσαμε για να το χτίσουμε έχει χαθεί».

Ο υπερτυφώνας Ράι – ή «Οδέττη», όπως ονομάστηκε στην περιοχή – σάρωσε τις Φιλιππίνες στο πέρασμά του στις 16 Δεκεμβρίου. Ήταν ο ισχυρότερος τυφώνας της χρονιάς και κόστισε τη ζωή σε 400 σχεδόν ανθρώπους. Εκατοντάδες χιλιάδες ακόμη εκτοπίστηκαν.

Η χώρα είναι εξοικειωμένη με τους τυφώνες, όμως η κλιματική αλλαγή έχει εντείνει το φαινόμενο, καθιστώντας τις καταιγίδες απρόβλεπτες και ακόμη πιο ακραίες. Μεγαλύτερα θύματα της κατάστασης είναι, ως είθισται, οι φτωχοί.

Οικογένειες όπως εκείνη του Λάτσια, έχουν χάσει τα πάντα. Και τώρα είναι αναγκασμένες να επιτύχουν το ανέφικτο: να ξαναχτίσουν τα σπίτια τους, χωρίς να έχουν στη διάθεσή τους ούτε καν τρόφιμα ή πόσιμο νερό.

«Νομίζαμε ότι ήμασταν ασφαλείς επειδή είχαμε δέσει τα σπίτια μας. Νομίζαμε ότι αυτό θα ήταν αρκετό για να μην καταρρεύσουν. Είχαμε τοποθετήσει βάρος στην οροφή για να μην πετάξει μακριά. Δυστυχώς, δεν ήταν αρκετό», λέει ο 27χρονος πατέρας.

Εικόνα απόλυτης καταστροφής

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, 1147 άτομα τραυματίστηκαν από το πέρασμα του τυφώνα που έτρεψε με ταχύτητες 168 μιλίων την ώρα, ενώ 83 άτομα εξακολουθούν να αγνοούνται. Πάνω από μισό εκατομμύριο άνθρωποι έχουν βρει κατάλυμα σε κέντρα εκκένωσης ή μένουν στα σπίτια φίλων και συγγενών.

Ο 68χρονος Αντέρο Ράμος, από το χωριό Κασάρε στο Ουμπέι έχασε τη σύζυγό του, την 61χρονη Ταρσίλα και δυο από τις κόρες του, την 37χρονη Νίτα και την 28χρονη Νενίτα εξαιτίας της καταιγίδας.

«Η σύζυγός μου αποφάσισε ότι έπρεπε να εκκενώσουμε», εξηγεί στους Times της Νέας Υόρκης, «κι έτσι αποφασίσαμε να βρούμε καταφύγιο στην αποθήκη του ρυχιού. Όμως μόλις μπήκαμε στο εσωτερικό της, κατέρρευσε επάνω μας».

Μαζί τους σκοτώθηκε και ο εργάτης της αποθήκης.

«Τα φετινά Χριστούγεννα ήταν πολύ θλιβερά», αναφέρει. «Αναγκαστήκαμε να τις θάψουμε αμέσως, επειδή το γραφείο τελετών δεν μπορούσε να φτάσει μέχρι το σημείο, εξαιτίας των συντριμμιών που κάλυπταν τους δρόμους».

Μετά την καταστροφή που προκάλεσε ο Ράι, η Επιτροπή της χώρας για την Κλιματική Αλλαγή κάλεσε σε άμεση δράση σε τοπικό επίπεδο για την «οικοδόμηση αντοχής των κοινοτήτων έναντι των ακραίων φαινομένων που σχετίζονται με το κλίμα, με στόχο την ελαχιστοποίηση των απωλειών και των καταστροφών».

«Καθώς τα επίπεδα της υπερθέρμανσης του πλανήτη συνεχίζουν να αυξάνονται», ανέφερε σε ανακοίνωση της περασμένης εβδομάδας η επιτροπή την περασμένη εβδομάδα. «αυτά τα ακραία καιρικά φαινόμενα και άλλες κλιματικές επιπτώσεις γίνονται σφοδρά και ενδεχομένως μη αναστρέψιμα, απειλώντας να θέσουν ακόμη μεγαλύτερα εμπόδια στην ανάπτυξή μας ως έθνος».

Επιτακτική ανάγκη για τρόφιμα

Στη Μποχόλ, όπου καταγράφηκαν οι περισσότεροι θάνατοι από τον τυφώνα, επικρατεί εικόνα πλήρους καταστροφής. Αμέτρητα πεσμένα δέντρα και τόνοι από ερείπια έχουν καλύψει τα πάντα. Άνθρωποι προσπαθούν να περισώσουν ό,τι μπορούν από τα κατεστραμμένα τους σπίτια – και τις παλιές τους ζωές.

Η έλλειψη τροφίμων αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα, έχοντας πλήξει ακόμη πιο έντονα τους κατοίκους των απομακρυσμένων περιοχών. Ήδη αρκετές χώρες έχουν ανακοινώσει την πρόθεσή τους να βοηθήσουν, ενώ υπηρεσία του ΟΗΕ απηύθυνε έκκληση για τη συγκέντρωση $107,2 εκατομμυρίων «για την υποστήριξη της κυβέρνησης που πρέπει να αντιμετωπίσει τις πιο επιτακτικές ανάγκες ανθρωπιστικής βοήθειας για τους επόμενους έξι μήνες».

«Οι οικογένειες δεν έχουν τίποτα», λέει στο CNN ο Τζερόμ Μπάλιντον, υπεύθυνος ανθρωπιστικής βοήθειας της οργάνωσης Save the Children. «Τα φώτα και η μουσική των Χριστουγέννων έχουν αντικατασταθεί από τα βρώμικα, υγρά κέντρα εκκένωσης. Το μόνο που θέλουν φέτος τα Χριστούγεννα είναι να επιβιώσουν».

Εκτός από τα τρόφιμα που ήταν αποθηκευμένα στα σπίτια και τα καταστήματα της – κατά βάση καθολικής – χώρας, έχουν καταστραφεί και αποθήκες με πολύτιμες προμήθειες, όπως το ρύζι. Στον πανικό που ακολούθησε της καταστροφής, καταγράφηκε, ως είθισται σε τέτοιες περιπτώσεις, και εκτεταμένο πλιάτσικο, αφήνοντας τις οικογένειες ακόμη πιο εκτεθειμένες.

Ψυχική και σωματική εξαντληση

Πάνω από 1.000 προσωρινά καταφύγια έχουν δημιουργηθεί για εκείνους που είδαν τις ζωές τους να καταστρέφονται, σύμφωνα με το Εθνικό Συμβούλιο Μείωσης και Διαχείρισης Κινδύνου από Φυσικές Καταστροφές.

Όμως για πολλούς από τους εκτοπισμένους, το τραύμα είναι αβάσταχτο.

Ο Άλβιν Ντουμντούμα, επικεφαλής του προγράμματος για τις Φιλιππίνες της οργάνωσης Humanity and Inclusion τονίζει στο CNN ότι είναι «εξουθενωτικό» για τις οικογένειες να προσπαθούν να ξαναχτίσουν τα σπίτια τους «ενώ διψούν και λιμοκτονούν».

Στριμωγμένοι σε ανθυγιεινά κέντρα εκκένωσης χωρίς τρεχούμενο νερό, κινδυνεύουν και από άλλη μια απειλή: τον κοροναϊό.

Χωρίς σπίτι και χωρίς δουλειά

«Οι συνθήκες στα κέντρα εκκένωσης είναι κάθε άλλο παρά ιδανικές. Είναι ανθυγιεινό. Εκατοντάδες κοιμούνται κάτω από την ίδια στέγη χωρίς πρόσβαση σε καθαρό νερό. Τα παιδιά δεν πηγαίνουν σχολείο. Δεν έχουν ηλεκτρικό ρεύμα. Θα μείνουν έτσι για πολύ καιρό ακόμη».

Ο Ντουμντούμα αναφέρει ότι η καταστροφή έχει στερήσει από τις οικογένειες και τα μέσα βιοπορισμού τους.

«Πολλοί προέρχονται από κοινότητες αλιέων ή αγροτών που είδαν τις βάρκες και τη γη τους να καταστρέφονται», εξηγεί στο CNN. «Θα δυσκολευτούν πολύ να επιστρέψουν στην εργασία τους».

Ο πρόεδρος των Φιλιππίνων, Ροντρίγκο Ντουτέρτε, δήλωσε ότι η κυβέρνηση θα συγκεντρώσει χρήματα για την επανένταξη και την ανάκαμψη των περιοχών που καταστράφηκαν από τον τυφώνα.

Όμως ο Ντουμντούμα πιστεύει ότι χρειάζονται σημαντικές αλλαγές σε κυβερνητικό επίπεδο προκειμένου οι μελλοντικές καταιγίδες να μη φέρουν ανάλογο σπαραγμό.

«Επικράτησε το χάος επειδή η κυβέρνηση ήταν απροετοίμαστη. Θα πρέπει να ενισχύσει το πρόγραμμα αντίδρασης σε φυσικές καταστροφές», προειδοποιεί. «Χρειαζόμαστε περισσότερη εκπαίδευση, περισσότερη προετοιμασία και έγκαιρες παρεμβάσεις».

Ο ρόλος της κλιματικής αλλαγής

Η κλιματική αλλαγή δείχνει ήδη τα δόντια της στις Φιλιππίνες.

Η επιδείνωση της περιβαλλοντικής κρίσης οδηγεί σε ισχυρότερους και πιο καταστροφικούς κυκλώνες. Ο Ράι ξεκίνησε ως τυφώνας Κατηγορίας 1 για να φτάσει στην Κατηγορία 5 μέσα σε μόλις 24 ώρες.

Και η χώρα δεν ήταν έτοιμη για αυτή την έκταση της καταστροφής.

Ο Κάιρος Ντελά Κρουζ, αναπληρωτής διευθυντής του Ινστιτούτου Κλίματος και Βιώσιμων Πόλεων εξηγεί στο CNN ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες έχουν φτάσει στα όρια των δυνατοτήτων τους σε ό,τι αφορά τη διαχείριση κλιματικών καταστροφών, ενώ οι κάτοικοι των παράκτιων περιοχών σύντομα θα χάσουν τα σπίτια τους από την άνοδο της στάθμης των θαλασσών.

Μελέτη που δημοσιεύθηκε το Νοέμβριο από ερευνητές του Ινστιτούτου Σενζέν για τη Μετεωρολογική Καινοτομία και του Κινεζικού Πανεπιστημίου του Χονγκ Κονγκ διαπίστωσαν ότι οι τυφώνες στην Ασία θα μπορούσαν να έχουν διπλάσια καταστροφική ισχύ μέχρι το τέλος του αιώνα. Ήδη διαρκούν από δύο έως εννέα ώρες περισσότερο και αγγίζουν μέση ταχύτητα 100 χιλιομέτρων πιο βαθιά στην ενδοχώρα σε σχέση με τέσσερις δεκαετίες νωρίτερα.

Η κλιματική κρίση αποκαλύπτει και τα συστημικά προβλήματα των Φιλιππίνων, παρατηρεί ο Ντελά Κρουζ.

«Χρειαζόμαστε περισσότερους πόρους για να μας βοηθήσουν και θα πρέπει να παίξουμε ισχυρότερο ρόλο σε διεθνές επίπεδο, να ασκήσουμε πιέσεις για περισσότερη κλιματική χρηματοδότηση», τονίζει.

Σύμφωνα με τον Ντελά Κρουζ, τυφώνες του μεγέθους του Ράι είναι ασυνήθιστοι τον Δεκέμβριο στις Φιλιππίνες. Συνήθως η χώρα πλήττεται από τον Ιούνιο μέχρι τον Σεπτέμβριο.

Θλιβερά Χριστούγεννα

Μην έχοντας πού αλλού να στραφούν, πολλοί κάτοικοι της Μποχόλ αναζήτησαν καταφύγιο στην εκκλησία. Πραγματοποιήθηκε λειτουργία υπό το φως κεριών και φακών την αυγή.

Ο 44χρονος Ντον Ντρε Λίμα ανήκε στους δεκάδες κατοίκους του Σάντο Νίνιο στο Ουμπέι που συμμετείχαν στη λειτουργία της παραμονής των Χριστουγέννων. Έβρεχε πολύ και από την οροφή της εκκλησίας έσταζε νερό.

«Τα φετινά Χριστούγεννα ήταν θλιβερά γιατί το σπίτι μου έχει υποστεί εκτεταμένες καταστροφές», λέει στους Times. Μετά τη λειτουργία, η οικογένειά του θα έτρωγε ένα απλό γεύμα υπό το φως ενός επαναφορτιζόμενου φακού.

Άλλοι δεν ήταν τόσο τυχεροί.

Η Αλίσια Νεμένζο, μια 48χρονη γυναίκα, και η 21χρονη κόρη της Μέιβελ Νεμένζο, πέρασαν την παραμονή των Χριστουγέννων έχοντας βρει καταφύγιο σε ένα μικροσκοπικό κατάστημα στην άκρη του δρόμου. Η καταιγίδα κατέστρεψε το σπίτι τους. Μοναδική πηγή φωτός για τις δυο γυναίκες, ήταν ένα κερί.

«Τώρα όταν βρέχει τρομάζουμε», λέει στους Times. «Νομίζω ότι όλους μας τραυμάτισε ο τυφώνας».

Πηγή: in.gr