Η ιστορία της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης είναι σε μεγάλο βαθμό μια ιστορία ηγετικών φυσιογνωμιών. Από τον Αντενάουερ και τον Ντε Γκωλ (αν και ο τελευταίος έμεινε στην ιστορία και το ηχηρό όχι στην συμπερίληψη της Μεγάλης Βρετανίας στην ΕΕ), μέχρι τον Σμιτ, τον Κολ και τον Μιτεράν, αλλά και τον Μισέλ Ροκάρ και με έναν τρόπο την ίδια τη Μάργκαρετ Θάτσερ (στον τρόπο τουλάχιστον που διαπραγματεύτηκε την «ειδική σχέση» της Βρετανίας με την ΕΕ) τα παραδείγματα είναι αρκετά.

Αντίστοιχα, θα μπορούσε κανείς να υπογραμμίσει ότι στη δεκαετία του 1980 ότι ηγετικές προσωπικότητες του Ευρωπαϊκού Νότου όπως ο Ανδρέας Παπανδρέου ή ο Φελίπε Γονζάλεθ έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στο πώς διαμορφώθηκε ένα πρότυπο ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων προς την περιφέρεια.

Ωστόσο, σταδιακά αυτό το μοτίβο έδειχνε να υποχωρεί. Όχι ότι δεν υπήρχαν ηγέτες στο ευρωπαϊκό τοπίο που ξεχώριζαν, ή σε κρίσιμες στιγμές μπορούσαν να έχουν το δικό τους στίγμα, ωστόσο δεν ήταν τόσο έντονο αυτό το στοιχείο. Ωστόσο, ήταν ταυτόχρονα μια περίοδος που το «ευρωπαϊκό οικοδόμημα» φαινόταν να προχωράει, με την εισαγωγή του ευρώ και τους θεσμούς που το συνόδευσαν παράλληλα με τη θεσμική πορεία που οδήγησε στη Συνθήκη της Λισαβόνας. Βέβαια στη διαδρομή, το πρόβλημα νομιμοποίησης αναδεικνυόταν στη διαπίστωση ότι οι ευρωπαϊκές κοινωνίες δεν ήταν ακριβώς πεισμένες για την ενοποίηση, όπως φάνηκε και στην απόρριψη του «Ευρωσυντάγματος».

Η Μέρκελ ως παράδειγμα ηγεσίας σε μια εποχή χωρίς ηγέτες

Η Άνγκελα Μέρκελ κατάφερε σταδιακά να αποκτήσει τη θέση μιας ηγετικής φυσιογνωμίας. Βεβαίως κατά τρόπο ανάλογο με τον ρόλο της εντός Γερμανίας, αυτό δεν το έκανε τόσο στη βάση των τολμηρών πρωτοβουλιών ή του οράματος που δοκίμασε να κάνει πράξη, όσο στη βάση της ικανότητάς της να διαχειρίζεται το υπάρχον και να διαμορφώνει μια ορισμένη συναίνεση γύρω από αυτό.

Η μακρά θητεία της συνέπεσε με μια περίοδο μεγάλων προκλήσεων κρίσεων στον κόσμο, από την οικονομική κρίση του 2008 μέχρι την πανδημία, αλλά και στο εσωτερικό της ΕΕ με την κρίση του ευρώ και τις μεγάλες και παρατεταμένες κοινωνικές εκρήξεις σε χώρες όπως η Ελλάδα.

Εκεί η Μέρκελ ανέδειξε μια εκδοχή ηγεσίας της Ευρώπης που ήταν μάλλον διαφορετική από τις προηγούμενες. Πλέον το επίδικο ζήτημα δεν ήταν το προχώρημα της ΕΕ ή το «ξεμπλοκάρισμα» κάποιου κομβικού ζητήματος, όπως π.χ. το κοινό νόμισμα, αλλά μια «διαχείριση της κρίσης», ένα συνεχές damage control με βασικό σκοπό να μην αποδιαρθρώθει η Ένωση, να μην υποχρεωθεί χώρα σε έξοδο, να μην διακυβευτεί το κοινό νόμισμα.

Σε αυτό το επίπεδο, η Μέρκελ μπορούσε να επιδείξει έναν ηγετικό ρόλο στην Ευρώπη, συνεπικουρούμενη από ανθρώπους-κλειδιά όπως π.χ. τον Μάριο Ντράγκι ως επικεφαλής της ΕΚΤ και την προσπάθεια να περάσει η ευρωπαϊκή εκδοχή ποσοτικής χαλάρωσης  και να σωθεί το ευρώ “whatever it takes”. Όμως, την ίδια στιγμή δεν μπόρεσε να χαράξει έναν δρόμο άλλο από τα μνημόνια και τις παραμέτρους τους που τελικά ούτε την κοινωνική κρίση απέτρεπαν ούτε την ακόμη πιο βαθιά ύφεση.

Αντίστοιχη ικανότητα στη διαχείριση της κρίσης έδειξε και σε κρίσιμες στιγμές στο μεταναστευτικό και προσφυγικό όταν τουλάχιστον για ένα διάστημα θα καταφέρει να αποτρέψει τις φωνές που ζητούσαν κλείσιμο όλων των διαδρόμων για τους πρόσφυγες από τη Συρία πριν περάσει ο εκβιασμός των χωρών που ήθελαν πιο σκληρή πολιτική και «κλειστά σύνορα».

Και μπορεί ο Μπαράκ Ομπάμα να την είχε χρίσει περίπου διάδοχό του στον ρόλο του θεματοφύλακα των αξιών της Δύσης έναντι του Ντόναλντ Τραμπ, εντούτοις ως προς το ίδιο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, η μακρά θητεία της μάλλον θα χαρακτηριστεί από στασιμότητα, αφού επί της ουσίας όλα τα κρίσιμα ερωτήματα για την αρχιτεκτονική της Ευρώπης μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας παραμένουν ανοιχτά, από το ενδημικό δημοκρατικό έλλειμμα, έως όλα τα ζητήματα που αφορούν την ίδια τη φυσιογνωμία της οικονομικής διάστασης της Ένωσης και σε ποιο βαθμό δεν μένει απλώς μια κοινή αγορά με κοινό νόμισμα για αρκετά κράτη μέλη. Δεν είναι τυχαίο ότι η συζήτηση για τα «μεγάλα ερωτήματα» ανακοινώνεται στην έναρξη κάθε πενταετούς κύκλους θητείας των ευρωπαϊκών οργάνων και μετά απλώς δεν γίνεται τίποτα.

Ένα ευρωπαϊκό τοπίο που δεν παράγει εύκολα ηγέτες

Η αποχώρηση της Μέρκελ δείχνει να αφήνει ένα ορισμένο κενό.

Ο Όλαφ Σολτς μπορεί να αποπνέει μια διαχειριστική ικανότητα στο εσωτερικό της Γερμανίας και να κατάφερε να ξαναστήσει το κόμμα του στα πόδια του αλλά δεν αποπνέει την αίσθηση ενός «ευρωπαίου ηγέτη».

Ο Εμανουελ Μακρόν, με τη χαρακτηριστικά γαλλική ρητορική του και την τάση προς ομιλίες με οραματικό περιεχόμενο, αλλά και την υπογράμμιση ότι η Γαλλία είναι μια μεγάλη δύναμη με πυρηνικό οπλοστάσιο και άποψη για τον κόσμο, δείχνει να θέλει να διεκδικήσει αυτόν τον ρόλο, προσπαθώντας σε διάφορες στιγμές να ξαναστήσει τον «γαλλογερμανικό άξονα», όμως, το ίδιο το όραμα και οι προτάσεις του για την Ευρώπη μάλλον από δημιουργική ασάφεια χαρακτηρίζονται, πέραν του γεγονότος ότι στον βραχύ χρόνο έχει να αντιμετωπίσει τις προεδρικές εκλογές.

Ο Μάριο Ντράγκι είναι πρωθυπουργός μιας Ιταλία που έχει να αντιμετωπίσει σοβαρά οικονομικά προβλήματα και έναν μάλλον αντιφατικό κυβερνητικό συνασπισμό, οπότε μάλλον δύσκολα μπορεί να παίξει ηγετικό ρόλο.

Η Βρετανία δεν είναι πια μέλος της ΕΕ και ακόμη και στις μέρες του Τόνι Μπλερ πάντα ήταν σε μια ορισμένη «απόσταση».

Από την άλλη, εάν κοιτάξει κανείς το ευρωπαϊκό τοπίο θα δει ότι υπάρχουν διάφοροι πολιτικοί που ξεχωρίζουν για την ικανότητά τους να παραμένουν στην εξουσία και να μπορούν να διαχειρίζονται τις δυσκολίες της κυβερνητικής διαχείρισης, το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο πολιτικά χαλκέντερος πρωθυπουργός της Ολλανδίας Μάρκ Ρούτε, όχι όμως για το όραμά τους.

Αυτό έχει να κάνει και με τον τρόπο που αναδεικνύονται πολιτικοί σήμερα στην Ευρώπη. Ένας πολιτικός όπως ο Βίλι Μπραντ για παράδειγμα μπορούσε να πατάει πάνω σε μια εμπειρία που ξεκινούσε από τον αντιφασιστικό αγώνα και περνούσε μέσα από τεράστιες ιστορικές περιπέτειες όπως η Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η μεταπολεμική ανασυγκρότηση.

Αντίθετα, οι σύγχρονοι πολιτικοί στην Ευρώπη αναδεικνύονται περισσότερο από πιο «προστατευμένες» διαδρομές και από τις «περιστρεφόμενες» θύρες μεταξύ κράτους, επιχειρηματικότητας και πολιτικής, ενώ είναι και εξαιρετικά εξοικειωμένοι με την αντίληψη της πολιτικής ως επικοινωνίας, με όλους τους περιορισμούς που αυτό συνεπάγεται. Δεν είναι τυχαίο ότι πια στην Ευρώπη δεν παρατηρείς πια το κάποτε διαδεδομένο είδος του «διανοούμενου – πολιτικού», ενώ σε άλλους πόλους του διεθνούς συστήματος αυτό εξακολουθεί να θεωρείται στοιχείο της ηγεσίας (η Κίνα είναι ένα τέτοιο παράδειγμα όπως δείχνει η φιγούρα του Σι Τζινπίνγκ).

Για να υπάρχουν ηγέτες πρέπει να υπάρχουν και ηγέτιδες χώρες

Ίσως το πρόβλημα βρίσκεται στην στον τρόπο που δεν υπάρχει σήμερα κάποια χώρα ή κάποιος συνασπισμός χωρών που να θέλει όντως να πάει σε μια κατεύθυνση την Ευρώπη. Η αντιπαράθεση για το Ταμείο Ανάκαμψης ήταν έτσι πολύ χαρακτηριστική για το πώς για αρκετές χώρες η ΕΕ είναι τελικά μια κοινή αγορά, ένα κοινό νόμισμα και κοινές πολιτικές σε συγκεκριμένους τομείς αλλά όχι ένας χώρος που στηρίζεται στην αλληλεγγύη και στην κοινή αντιμετώπιση κοινών κινδύνων.

Το πρόβλημα είναι επίσης ότι ακόμη και χώρες που έχουν διεκδικήσει ηγετικό ρόλο ή τον κατέχουν αντικειμενικά λόγω του μεγέθους τους, αδυνατούν να τον ασκήσουν πραγματικά.

Η Γαλλία για παράδειγμα μπορεί να διεκδικεί το χαρακτήρα μεγάλης δύναμης αλλά σε μικρό βαθμό έχει ρίξει το βάρος της προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση όταν έρχεται η ώρα των αποφάσεων για το μέλλον της ΕΕ. Για παράδειγμα ουδέποτε ύψωσε κάποιο ανάστημα απέναντι σε πλευρές της ενδημικής πολιτικής λιτότητας που συνεπάγεται η νομισματική και δημοσιονομική αρχιτεκτονική του ευρώ.

Αντίστοιχα, η Γερμανία μπορεί να είναι ο εκ των πραγμάτων ηγεμών του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, αλλά στην πράξη είναι ένας μάλλον απρόθυμος ηγεμών. Γιατί μπορεί η ίδια να επωφελείται σημαντικά και από την κοινή αγορά και από το κοινό νόμισμα (αφού της δίνουν «συγκριτικό πλεονέκτημα) ή από τη διεύρυνση παλαιότερα (εφόσον αντιμετώπιζε ορισμένες από τις «χώρες της διεύρυνσης» ως δυνητική οικονομική ενδοχώρα), όμως την ίδια στιγμή δεν θέλει να αναλάβει το κόστος της πραγματικής σύγκλισης στην ΕΕ.

Ακόμη και σήμερα παραμένει αιτία αναθέματος στην γερμανική πολιτική η «μεταβιβαστική ένωση» (δηλαδή η πραγματική αναδιανομή εντός της ΕΕ) ή η «αμοιβαιοποίηση του χρέους» (δηλαδή ένας σταθερός δανεισμός της ίδιας της ΕΕ).

Η κρίση του ευρωπαϊκού οράματος

Η κρίση ηγεσίας στην ΕΕ, με μορφή εμφάνισης την απουσία ηγετικών φυσιογνωμιών, αποτυπώνει στην πραγματικότητα μια βαθύτερη κρίση της ίδιας της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Τα όρια μιας νομισματικής και δημοσιονομική ενοποίησης, ουσιαστικά ενός κοινού «ατσάλινου κλειδιού» λιτότητας φάνηκε εδώ και αρκετά χρόνια όταν η ΕΕ βρέθηκε αθωράκιστη απέναντι στην μεγάλη οικονομική κρίση. Το ερώτημα του εάν υπάρχει μια ιδιαίτερη ευρωπαϊκή εκδοχή κράτους δικαίου και δικαιωμάτων απαντήθηκε μάλλον αρνητικά όταν η ακροδεξιά πέρασε τη δική της ατζέντα για το μεταναστευτικό. Και το ερώτημα μιας ευρωπαϊκής δημοκρατίας, ενός «ευρωπαϊκού δήμου» προσκρούει πάντα στο γεγονός ότι οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται μέσω διαπραγμάτευσης κρατών.

Η Ευρώπη δεν έχει μπορέσει να αποδείξει ότι αποτελεί έναν πραγματικό διαφορετικό πόλο, ή έστω μια εναλλακτική εκδοχή της «Δύσης» απέναντι στις ΗΠΑ. Δεν έχει μπορέσει να αρθρώσει ένα εναλλακτικό οικονομικό υπόδειγμα με μεγαλύτερη δυναμική (αντιθέτως σε διάφορες στιγμές η ΕΕ ήταν ο «μεγάλος ασθενής» της παγκόσμιας οικονομίας). Δεν έχει αρθρώσει μια εναλλακτική απέναντι στον «Νέο Ψυχρό Πόλεμο» ούτε έχει συζητήσει ουσιαστικά το γιατί έχει γίνει τμήμα του. Ούτε βέβαια, έχει μπορέσει να προτείνει αλλά και να εγγυηθεί στην πράξη έναν διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης των γεωπολιτικών κρίσεων (σε μεγάλο βαθμό και γιατί δεν έχει κοινή θέση).

Σε ένα τέτοιο τοπίο, αναμενόμενο είναι να μην μπορούν να βρεθούν εύκολα ηγέτες…

Πηγή: in.gr