Οι τηλεοπτικές σειρές είναι ένα σημαντικό εξαγωγικό προϊόν της Τουρκίας. Μια ματιά στην απογευματινή ζώνη της ελληνικής τηλεόρασης το δείχνει. Μόνο που η πιο πολυσυζητημένη πρόσφατη τουρκική σειρά δεν είναι ούτε κάποιο μεγάλο ιστορικό έπος, ούτε η ιστορία των ανταγωνισμών σε κάποια μεγάλη επιχειρηματική οικογένεια.

Αντίθετα, είναι μια σειρά που μεγάλο μέρος της περιλαμβάνει κυρίως στατικά πλάνα και ανθρώπους που μιλούν. Και όμως η τηλεοπτική σειρά Ethos (όπως είναι ο διεθνής τίτλος της ή Bir Başkadır [Είναι κάτι άλλο] όπως είναι ο τουρκικός) έχει γίνει το αντικείμενο μεγάλων αντιπαραθέσεων.

Οι πολλές ιστορίες της σημερινής Τουρκίας

Η σειρά είναι δημιουργία του Μπερκούν Ογιά, ενός 43χρονου σκηνοθέτη και σεναριογράφου με προϋπηρεσία στο θέατρο. Η σειρά στηρίζεται στις παράλληλες ιστορίες των βασικών προσώπων, που εκπροσωπούν διαφορετικές πτυχές της σύγχρονης Τουρκίας και των διαιρέσεών της.

Συνδετικό πρόσωπο, η Μεριέμ [Μύριαμ] (ερμηνευμένη εξαιρετικά από την Οϊκού Καραγιέλ) – η επιλογή του ονόματος καθόλου τυχαία, εφόσον είναι ο κατεξοχήν «καλός» χαρακτήρας που λειτουργεί ως καταλύτης για τους ανθρώπους με τους οποίους έρχεται σε επαφή. Μια σειρά από λιποθυμικά επεισόδια (που όπως μαθαίνουμε προκαλούνται από αναφορές στον γάμο) οδηγούν την Μεριέμ, που φορά τη μαντίλα και μένει στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης στην Πέρι (που την ερμηνεύει υποδειγματικά η Ντεφνέ Καγιαλάρ), μια βαθιά δυστυχισμένη ψυχίατρο σπουδαγμένη στο εξωτερικό και προερχόμενη από μια εύπορη οικογένεια που κατεξοχήν εκπροσωπεί την εκκοσμικευμένη Τουρκία, που δεν μπορεί να κατανοήσει (ενίοτε ούτε και να ανεχτεί) τη θρησκευόμενη. Αυτό φαίνεται και στην πρώτη συνεδρία αλλά κυρίως στον τρόπο που η Πέρι συζητά την περίπτωση της Μεριάμ στις συνεδρίες που κάνει με την επόπτριά της Γκιουλμπίν.

Σταδιακά ξεδιπλώνονται οι παράλληλες ιστορίες. Μαθαίνουμε για την οικογένεια της Μεριέμ, που μένει με τον αδελφό της, που αφού υπηρέτησε στις Ειδικές Δυνάμεις του τουρκικού στρατού κατέληξε να δουλεύει φύλακας σε νυχτερινό κλαμπ και οποίος έχει εκρήξεις θυμού (εικάζουμε από το παρελθόν του στο στρατό) και ζει με τη γυναίκα του, που πάσχει από βαθιά κατάθλιψη και κάνει απόπειρες αυτοκτονίες (αργότερα ανακαλύπτουμε μια ιστορία βιασμού στην αφετηρία) και τα δύο παιδιά.

Βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια, αναζητά καθοδήγηση στον Χότζα Αλί Σαντί, που παρουσιάζεται ως καλοκάγαθος αλλά και ως κάποιος που προσφέρει κυρίως κοινοτοπίες και ο οποίος ζει με τη γυναίκα του και την κόρη του, που αργότερα μαθαίνουμε ότι είναι λεσβία. Η Μεριέμ καθαρίζει ανάμεσα στα άλλα και για τον Γιασίν, που θεωρεί εαυτόν μεγάλο εραστή και οποίος στη διάρκεια της σειράς έχει σχέση τόσο με την ψυχίατρο Γκιουλμπίν όσο και την Μελίσα, μια ηθοποιό που πρωταγωνιστεί σε μια σειρά που όλα τα πρόσωπα παρακολουθούν, όμως την ίδια ώρα εμφανίζεται ιδιαίτερα προσκολλημένος στην Μεριέμ. Η ιστορία της κουρδικής καταγωγής Γκιουλμπίν πάλι και της δύσκολης σχέσης με την μαντιλοφορούσα αδελφή της υπογραμμίζει διακριτικά άλλες οδυνηρές πτυχές της σύγχρονης Τουρκίας (όπως όταν η Γκιουλμπίν θυμίζει στην αδελφή της σπαραχτικά πως 35 χρόνια πριν κλωτσούσαν στην κοιλιά την έγκυο μάνα τους, πριν φύγουν από το χωριό τους, και τώρα αυτή τους προσκυνά).

Όλα αυτά διαπλέκονται, με μια σκηνοθεσία υποδειγματική που σε καθηλώνει με τη χαμηλή ένταση και την επικέντρωση σε πρόσωπα, κάτι στο οποίο βοηθούν και οι εξαιρετικές ερμηνείες. Η αισθητική είναι πρωτότυπη – καμιά σχέση με την «πλαστική» αισθητική των περισσότερων τουρκικών σειρών – ενώ ρόλο παίζει η ίδια η εικόνα της Κωνσταντινούπολης, που αποτελεί ένα από τα σημεία αναφοράς της σειράς. Διάφορες επιλογές του Ογιά όπως η νοσταλγική μουσική που θυμίζει τη δεκαετία του 1980 ή τα βίντεο κλιπ του Φερντί Οζμπεγκέν ενός πιανίστα και τραγουδιστή που σταδιοδρόμησε κυρίως στη δεκαετία του 1970 και 1980, ή τα πλάνα από παλαιότερα φιλμ της Πόλης, συμβάλλουν στην όλη ατμόσφαιρα.

Η μετέωρη ουτοπία της συμφιλίωσης και η ανοιχτή συζήτηση

Ως προς το ιδεολογικό χνάρι της σειράς, θα έλεγε κανείς ότι ο Ογιά κυρίως έχει στο νου του μια ουτοπία συμφιλίωσης των διαφορετικών πτυχών και κατηγοριών της σύγχρονης Τουρκίας, τη δυνατότητα μιας συνάντησης και αλληλοκατανόησης που ακόμη φαντάζει δύσκολη και όπου το μόνο που μπορεί να επιτευχθεί, σε αυτή τη φάση, είναι ένα βαθμός αμοιβαίας παραδοχής.

Η σειρά στην Τουρκία έχει προκαλέσει μεγάλες συζητήσεις. Ο λόγος είναι ότι για πρώτη φορά σε μια τέτοια σειρά εμφανίζονται όλες αυτές οι διαφορετικές καταστάσεις, όλες οι διαιρέσεις και όλα οι ανοιχτές πληγές της Τουρκίας. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που η σειρά παρακολουθήθηκε με τόσο ενδιαφέρον: οι περισσότεροι κάπως μπορούσαν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους ή καταστάσεις που γνώριζαν.

Από την άλλη, η σειρά θα δεχτεί μεγάλες κριτικές. Οι πιο βάσιμες είναι αυτές που αφορούν τη σχηματικότητα ή ακόμη και στερεοτυπικότητα των χαρακτήρων και την απουσία όλων εκείνων των ενδιάμεσων καταστάσεων και των υβριδικών μορφών που συναντάς στη σημερινή Τουρκία, είτε μιλάμε για το εκκοσμικευμένο κομμάτι, είτε για το θρησκευόμενο. Άλλες θα επικεντρώνουν στον τρόπο που διάφορα ζητήματα θίγονται μεν αλλά μόνο ακροθιγώς (π.χ. το κουρδικό).

Όμως, θα ήταν δύσκολο μια τηλεοπτική σειρά να μπορεί να καλύψει μέσα σε οκτώ σύντομα επεισόδια όλο το φάσμα των αντιθέσεων που διαπερνούν τη σύγχρονη Τουρκία. Όμως, το γεγονός ότι προκαλεί αυτή τη συζήτηση και τη διάθεση αναμέτρησης με αυτά τα ερωτήματα είναι σίγουρα σημαντικό, για μια χώρα που στην πραγματικότητα ακόμη αναζητά την κοινή της ταυτότητα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr