Με διττή προσέγγιση και «μετρημένες» προσδοκίες, χωρίς αυταπάτες ότι μπορεί να υπάρξουν γρήγορα – πόσω μάλλον θεαματικά – αποτελέσματα στα δύσκολα πεδία διαλόγου και με στόχο την αμοιβαία εμπέδωση ότι η ανάκτηση της εμπιστοσύνης ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία απαιτεί μια σειρά από προϋποθέσεις «με συνέπεια και χρονική συνέχεια», προσέρχεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη συνάντηση με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, το απόγευμα της ερχόμενης Δευτέρας στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ. Στο τρίτο από το 2019 ραντεβού των δύο ηγετών, ο Πρωθυπουργός επιδιώκει, σύμφωνα με συνεργάτες του, μια «καθαρή συζήτηση σε βάθος» για όλα τα θέματα. Παράλληλα δηλαδή με την εκπεφρασμένη διάθεση της Αθήνας να ανοίξει «θετικό» πεδίο συνεννόησης με την Αγκυρα σε λεγόμενα χαμηλής πολιτικής ζητήματα, διαμηνύεται η αποφασιστικότητα να διατυπωθούν χωρίς περιστροφές οι πάγιες θέσεις της Ελλάδας. Στόχος του Πρωθυπουργού, να «σφυγμομετρήσει» ο ίδιος το κλίμα και την – έστω βραχυπρόθεσμη – εξέλιξη στις σχέσεις των δύο πλευρών.

Τις επιδιώξεις της Αθήνας, η οποία δηλώνει καλά προετοιμασμένη και διπλωματικά θωρακισμένη, φαίνεται αρχικά να ευνοεί η ίδια η «αρχιτεκτονική» της συνάντησης: το αυστηρά κλειστό τετ α τετ μεταξύ του Μητσοτάκη και του Ερντογάν, το οποίο αναμένεται να διαδεχθεί τη συνάντηση του τούρκου προέδρου με τον Τζο Μπάιντεν στο κτίριο της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Για πρώτη φορά ο Μητσοτάκης και ο Ερντογάν δεν θα χρειαστεί να  προεδρεύουν  στις τοποθετήσεις των διευρυμένων αντιπροσωπειών τους, όπως συνέβη τις δύο προηγούμενες φορές (τον Σεπτέμβριο και τον Δεκέμβριο του 2019), αλλά συμφωνήθηκε μια συζήτηση «αποκλειστικά και μόνο των ηγετών». Προφανώς όμως στην ελληνική αποστολή στις Βρυξέλλες θα συμμετέχουν οι σύμβουλοι του Πρωθυπουργού και κυβερνητικά στελέχη, ανάμεσά τους ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας, για παράλληλες διαβουλεύσεις. Το βλέμμα της Αθήνας, η οποία με ταξίδια και παρεμβάσεις θα επιμείνει σε έντονη διπλωματική κινητικότητα τους προσεχείς μήνες, είναι στραμμένο στα επόμενα άμεσα ορόσημα για τις ελληνοτουρκικές και τις ευρωτουρκικές σχέσεις: στην κρίσιμη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ μόλις δέκα ημέρες μετά το ραντεβού Μητσοτάκη – Ερντογάν (στις 24-25 Ιουνίου), στο διπλωματικό Φόρουμ της Αττάλειας εντός της εβδομάδας, στην επικείμενη μετάβαση Ερντογάν στην Κύπρο, όπως έχει ανακοινώσει ο ίδιος, στις 20 Ιουλίου κ.ο.κ.

«Ουδείς έχει την παραμικρή αμφιβολία», ξεκαθαρίζουν διπλωμάτες, ότι η συζήτηση μεταξύ Αθήνας και Αγκυρας «ήταν, είναι και θα παραμείνει δύσκολη». Εξού και η διάθεση της ελληνικής πλευράς να υπάρχει στο τραπέζι η λεγόμενη θετική ατζέντα δεν σημαίνει, κατά τις ίδιες πηγές, ότι σκοπεύει να… στρογγυλεύει τις «κόκκινες γραμμές» της είτε προς την Τουρκία είτε προς τους συμμάχους για την κατάσταση στην ευρύτερη γειτονιά της Ελλάδας. Ενδεικτική και η πρόσφατη έκφραση δυσαρέσκειας – σε «ανώτατο επίπεδο» σύμφωνα με έγκυρες πηγές – προς το Βερολίνο για τον αποκλεισμό της Ελλάδας από τη Διάσκεψη για το Λιβυκό στις 23 Ιουνίου. Συνολικά πάντως η κυβέρνηση θεωρεί ως σημαντικά κεκτημένα ότι οι εταίροι δέχονται πλέον το ποιος είναι ο «ταραξίας» στην ευρύτερη γειτονιά καθώς και ότι η ΕΕ «δεν δίνει λευκή επιταγή στην Τουρκία», έχοντας ήδη προκρίνει μια διαδικασία «σταδιακή, αναλογική και αναστρέψιμη», εφόσον η απέναντι πλευρά επιστρέψει σε παραβατικές συμπεριφορές. Αλλωστε και ο Πρωθυπουργός έχει ήδη στείλει το μήνυμα περί ουσιαστικής προσέγγισης «μόνο χωρίς προκλήσεις» και κυρίως περί σύνδεσης των βημάτων της Τουρκίας μετά τα ευρωπαϊκά της βήματα.

Με φόντο τις κρίσεις του 2020 (τον Μάρτιο με μετανάστες-πιόνια στον Εβρο και τον Αύγουστο με το «Oruc Reis» στην Ανατολική Μεσόγειο, αφότου είχε προηγηθεί και το έκνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο), η ελληνική πλευρά  δεν θέλει να δει το κλίμα να αναστρέφεται δραματικά, δημιουργώντας εκ νέου μια βαριά ατμόσφαιρα το φετινό καλοκαίρι. Αντίθετα θέλει να εμφανίζεται υπέρ των σταθερά ανοιχτών διαύλων (διερευνητικές επαφές, πολιτικές διαβουλεύσεις) αλλά μόνο σε συνθήκες ηρεμίας, μακριά από εμπρηστικές κινήσεις ή ρητορική.

Επιφυλακτική στάση

Παρά τους σχετικά χαμηλούς τόνους του τελευταίου διαστήματος στον άξονα Αθήνας – Αγκυρας – Λευκωσίας διατηρεί στάση επιφύλαξης («όλα αξιολογούνται» λένε χαρακτηριστικά στην κυβέρνηση) αλλά και προετοιμασίας για κάθε ενδεχόμενο, δεδομένων των μεικτών μηνυμάτων που λαμβάνει κατά καιρούς από την Τουρκία. Επιμένει πάντως ότι «η ένταση και τα ταραγμένα νερά δεν είναι προς το συμφέρον κανενός και μένει να δείξει ότι το αντιλαμβάνεται πλέον αυτό και η Τουρκία». Και ταυτόχρονα αναγνωρίζει τη μεγάλη απόσταση των δύο πλευρών – «τις διαμετρικά αντίθετες θέσεις» – στα δύσκολα πολιτικά θέματα, που αναμένεται να θέσει στο τραπέζι με τον Ερντογάν ο Μητσοτάκης ξεκαθαρίζοντας παράλληλα τα πεδία που δεν προτίθεται να αποδεχθεί (το casus belli, την εργαλειοποίηση του Μεταναστευτικού, την αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών, την αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας σε αέρα και θάλασσα κ.λπ.).

Ο Μπάιντεν και η συνεργασία

Διπλωματικές πηγές σημειώνουν ότι καθοριστικές ως έναν βαθμό για την Ελλάδα θα είναι και οι συζητήσεις του αμερικανού προέδρου Μπάιντεν με τον Ερντογάν την ίδια μέρα στις Βρυξέλλες, την ώρα που η Αθήνα εστιάζει στις προετοιμασίες για μια μετάβαση του Μητσοτάκη στον Λευκό Οίκο το φθινόπωρο. Μέχρι τότε ελληνική και τουρκική πλευρά δείχνουν σύμπλευση στην ανάγκη προώθησης εκκρεμών θεμάτων στις διμερείς σχέσεις μέσα από μία θετική ατζέντα. Τα 25 «πρότζεκτ» συνεργασίας (για οικονομία, μεταφορές και τηλεπικοινωνίες, τεχνολογία, ενέργεια, τουρισμό, ναυτιλία, εκπαίδευση, υγεία και περιβάλλον) έχουν ήδη εγκριθεί αλλά οι εξελίξεις αναμένονται στην Αττάλεια σε λίγες ημέρες, όταν ο υφυπουργός Εξωτερικών για την Οικονομική Διπλωματία Κώστας Φραγκογιάννης  θα έχει εκ νέου συζητήσεις με τον τούρκο ομόλογό του Σεντάτ Ονάλ.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr