Το 71% που συγκέντρωσαν αθροιστικά τα δύο πρώτα κόμματα στις βουλευτικές εκλογές οι οποίες διεξήχθησαν στην Ελλάδα το 2019, είναι ένα ποσοστό που δύσκολα θα συναντήσει κανείς πλέον στην υπόλοιπη Ευρώπη, τουλάχιστον τη δυτική. Εκεί, άλλωστε, τα αποτελέσματα των αναμετρήσεων και τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων συγκλίνουν πλέον προς το συμπέρασμα ότι ο γνωστός δικομματισμός, με τις ισχυρές πλειοψηφίες, ανήκει πλέον στο παρελθόν.

Έτσι, όλα δείχνουν πως μαζί με τις υπόλοιπες ανακατατάξεις, έχει ανοίξει διάπλατα η πόρτα που οδηγεί σε ένα διαφορετικό, από πολλές απόψεις, πολιτικό σκηνικό. Και μαζί, ένα μοντέλο διακυβέρνησης πιο «ευέλικτο» – ακριβώς όπως συμβαίνει και με τις εργασιακές σχέσεις στην εποχή μας. Με ό,τι, φυσικά, αυτή η εξέλιξη συνεπάγεται.

Στη Γερμανία, για παράδειγμα, η πιο πρόσφατη δημοσκόπηση στην Γερμανία, που διεξήχθη μόλις τέσσερις μήνες πριν τις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου, είναι αποκαλυπτική των τάσεων που επικρατούν στη μεγαλύτερη χώρα της Ευρώπης και την κοινωνία της. Εφόσον δε επιβεβαιωθούν, τότε για πρώτη φορά στη μεταπολεμική ιστορία της θα μπορούμε να κάνουμε λόγο για το τέλος του δικομματισμού, ο οποίος στη συγκεκριμένη χώρα σφραγίστηκε από τους Χριστιανοδημοκράτες (CDU) και τους Σοσιαλδημοκράτες (SPD).

Γερμανία: Μετά την Μέρκελ, τι;

Ακόμη και στην περίπτωση που το κόμμα της Ανγκελα Μέρκελ ξεπεράσει το σοκ της επικείμενης αποχώρησής της και επικρατήσει των Πρασίνων στο πολιτικό ντέρμπι κορυφής – τα ποσοστά τους κινούνται στο 23-24%, στα όρια του στατιστικού λάθους – η ουσία δεν αλλάζει: Η CDU δεν θα είναι το απόλυτο και αδιαμφισβήτητο αφεντικό, ούτε θα μπορεί να ποντάρει στη συνεργασία του ευρισκόμενου σε βαθιά κρίση SPD (μόλις που ξεπερνά το 15% δημοσκοπικά) προκειμένου να ξεπεραστεί το κυβερνητικό αδιέξοδο, μέσω ενός ακόμη «μεγάλου συνασπισμού».

Συνολικά, το πολιτικό σκηνικό μοιάζει να είναι κατακερματισμένο όσο ποτέ. Οι Φιλελεύθεροι και η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) κονταροχτυπιούνται διεκδικώντας ακόμη και την τρίτη θέση, ενώ η Αριστερά μπορεί να βρίσκεται πολύ χαμηλά, όμως διαθέτει μια μη αμελητέα εκλογική βάση.

Έτσι, με τα σημερινά δεδομένα και άνευ μεγάλου απροόπτου, η Γερμανία θα πρέπει μετεκλογικά να αναζητήσει μια τρικομματική – τετρακομματική για την ακρίβεια, εάν συνυπολογίσουμε και τον σταθερό σύμμαχο της CDU, τους Βαυαρούς Χριστιανοκοινωνιστές του Μάρκους Ζέντερ – συμμαχία για να συγκροτήσει την επόμενή της κυβέρνηση. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι η χώρα είναι συνηθισμένη σε κυβερνήσεις συνεργασίας, είναι κάτι επίσης πρωτόγνωρο και ενδέχεται να προκαλέσει σημαντικές καθυστερήσεις και αναταράξεις.

Γαλλία: Μακρόν vs Λεπέν, πράξη δεύτερη

Η αλήθεια δε είναι πως η παραπάνω εικόνα δεν αποτελεί γερμανική ιδιαιτερότητα. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στις άλλες δύο μεγάλες χώρες της ΕΕ, τη Γαλλία και την Ιταλία. Για την ακρίβεια, εκεί ο δικομματισμός εισήλθε στην… εντατική (από όπου είναι αμφίβολο εάν και πότε θα βγει) νωρίτερα σε σύγκριση με τη Γερμανία.

Στη Γαλλία, η οποία επίσης θα οδηγηθεί στις κάλπες περίπου σε ένα χρόνο από σήμερα για να εκλέξει τον νέο της πρόεδρο και τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης, οι πρωταγωνιστές της πολιτικής μονομαχίας είναι διαφορετικοί από ό,τι στο παρελθόν. Εφόσον τα προγνωστικά επιβεβαιωθούν, τότε αντιμέτωποι στον δεύτερο γύρο θα βρεθούν και πάλι ο Εμανουέλ Μακρόν και η Μαρίν Λεπέν – δύο πολιτικοί, δηλαδή, που δεν προέρχονται από τις τάξεις της Ρεπουμπλικανικής Δεξιάς και των Σοσιαλιστών.

Ανεξαρτήτως του ποιος θα εκλεγεί και ποια θα είναι η νέα κυβερνητική πλειοψηφία, οι δημοσκοπήσεις αποκαλύπτουν την ύπαρξη και στη Γαλλία ενός κατακερματισμένου πολιτικού σκηνικού, χωρίς αδιαμφισβήτητο κυρίαρχο. Για του λόγου το αληθές, τα ποσοστά της Λεπέν και του Μακρόν κινούνται πέριξ του 25%, άλλοι δύο υποψήφιοι βλέπουν τα δικά τους να κυμαίνονται από 11-15%, ενώ τρεις ακόμη κινούνται στο 5-6%.

Παράλληλα, υπάρχει έντονη φημολογία και για εμφάνιση ενός ακόμη διεκδικητή της προεδρίας που θα φιλοδοξεί να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο – με το όνομα του Μισέλ Μπαρνιέ να ακούγεται συχνότερα.

Ιταλία: Τέσσερις για την πρωτιά

Στην Ιταλία, την ίδια στιγμή, η κατάσταση μοιάζει ακόμη πιο συγκεχυμένη. Οι δημοσκοπήσεις, συγκεκριμένα, φέρνουν τέσσερα κόμματα (εκ των οποίων τα δύο με ακροδεξιά αναφορά…) να διεκδικούν περίπου με ίσους όρους την πρωτιά και με ποσοστά λίγο πάνω ή κάτω από το 20%: Λίγκα του Βορρά, Δημοκρατικούς, Αδέλφια της Ιταλίας και Κίνημα Πέντε Αστέρων.

Παρά δε το γεγονός ότι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση απέχει θεωρητικά πολύ (ως τον Ιούνιο του 2023 σύμφωνα με το σύνταγμα), κάτι που σημαίνει ότι μπορεί να απέλθουν νέες μεγάλες ανακατατάξεις, μπορεί να θεωρείται σχεδόν βέβαιο πως ο… παλιός καλός καιρός του δικομματισμού έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Αυτό είναι κάτι, άλλωστε, που αποτυπώνεται και στην παρουσία του «τεχνοκράτη» Μάριο Ντράγκι στην πρωθυπουργία – όπως, βεβαίως, και στο ότι απολαμβάνει της στήριξης όλων σχεδόν των κοινοβουλευτικών κομμάτων, πλην εκείνου της Τζόρτζια Μελόνι.

Οι πιο σημαντικές αλλαγές

Τι σημαίνουν όλα αυτά πρακτικά; Πρώτον, ότι το πολιτικό σκηνικό δεν εμπνέει πλέον τη σιγουριά του παρελθόντος ούτε είναι εξίσου προβλέψιμο, κάτι που οφείλουν να λάβουν σοβαρά υπόψη τους όσοι καταστρώνουν σχέδια.

Δεύτερον, όπως έχουμε γράψει ξανά, ότι οι παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές έχουν πάψει να είναι τόσο ευδιάκριτες, γεγονός που διευκολύνει και τις μαζικές μετακινήσεις ψηφοφόρων. Τρίτον, ότι οι σημερινοί πολιτικοί πρωταγωνιστές μπορούν ευκολότερα να γίνουν πρωθυπουργοί και πρόεδροι «μίας χρήσης».

Τέλος, δεν μπορεί παρά να διαπιστώσουμε πως οδηγούμαστε αναγκαστικά προς πιο ευέλικτα μοντέλα διακυβέρνησης, όπου οι αμοιβαίες υποχωρήσεις που θα γίνονται θα κάνουν τα κυβερνητικά προγράμματα να μοιάζουν με «κοινό παρονομαστή» σε επίπεδο διαχείρισης. Κι αυτό δεν είναι πάντα καλό σε μια εποχή που σφραγίζεται από παγκόσμιες κρίσεις έχει φέρει στην επιφάνεια επιτακτικά αιτήματα για μεγάλες και ριζικές αλλαγές.

Πηγή: ΟΤ

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr