Η κυριαρχία της επικοινωνίας στην πολιτική είναι ένα θέμα πολυσυζητημένο έως και κοινότοπο. Όμως, δεν παύει να επανέρχεται στο προσκήνιο με διάφορες διαδρομές.

Σε πρώτη φάση προήλθε καθώς τα κόμματα εξουσίας στις «δυτικές» φιλελεύθερες δημοκρατίες συνέκλιναν στις ίδιες πολιτικές, αυτές που συνηθίσαμε να ονομάζουμε νεοφιλελεύθερες και άρα δεν υπήρχαν «στρατηγικές συγκρούσεις». Η πολιτική ήταν δεδομένη και το μόνο που έμενε ήταν η εικόνα της.

Σε δεύτερη φάση ήρθε στο προσκήνιο καθώς οι κυβερνήσεις βρίσκονταν αντιμέτωπες με μια συνθήκη όπου δεν μπορούσαν πλέον να κάνουν μεγάλες «παροχές» προς την κοινωνία. Αντίθετα, ολοένα και περισσότερο αναιρούσαν και πλευρές του κοινωνικού κράτους. Αυτό περιόριζε τους τρόπους με τους οποίους μπορούσαν να αποσπάσουν συναίνεση (ή να έχουν μεγάλη απήχηση) τα κόμματα και άρα η επικοινωνία, η «εικόνα» αποκτούσε ολοένα και μεγαλύτερη σημασία.

Σε τρίτη φάση ήρθε μια ολοένα και πιο «τεχνοκρατική» (ή τουλάχιστον κατά δήλωσή της «τεχνοκρατική») αντίληψη της πολιτικής που ήθελε οι βασικές πολιτικές να χαράσσονται από ειδικούς (ακόμη και όταν αυτό σήμαινε να τις υπαγορεύουν τα εταιρικά συμφέροντα που ενδιαφέρονταν) και οι πολιτικοί κυρίως να αναλαμβάνουν την εικόνα αυτής της πολιτικής, να προσπαθούν να την «πουλήσουν» και αντίστοιχα να αποσπάσουν την όποια πολιτική υπεραξία από μια εικόνα αποτελεσματικότητας.

Μόνο που αυτό που έλειπε από αυτή την προσέγγιση είναι ότι οι μεγάλες πολιτικές δυναμικές, αυτές που έχουν χαρακτήρα ιστορικής τάσης, δεν κρίνονται τελικά στην εικόνα, αλλά πολύ περισσότερο στο πώς βλέπουν τον εαυτό τους, το μέλλον τους, τα υλικά τους συμφέροντα τα κοινωνικά στρώματα που αποτελούν την πλειοψηφία της κοινωνίας.

Σε όλα αυτά προστέθηκε και μία παράμετρος ακόμη: η αντίληψη που ήθελε οι κυβερνήσεις να μιμούνται μοντέλα από την εταιρική διακυβέρνηση. Αυτό επέτρεπε και την εικόνα πρωθυπουργών που πραγματικά ηγούνται, αλλά πίεζε και τους υπουργούς να έχουν «απόδοση» κατά τρόπο ανάλογο των ανώτερων εταιρικών στελεχών που προσπαθούν να διατηρήσουν τη θέση τους και ει δυνατόν να πετύχουν προαγωγή.

Η κυβερνητική πολιτική επένδυση

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επένδυσε σε όλα αυτά. Επένδυσε επικοινωνιακά (και άρα πολιτικά) στο ότι έχει ένα σχέδιο, έχει ένα κέντρο (το μέγαρο Μαξίμου που θεσμικά αναβαθμίστηκε), στο ότι οι υπουργοί κρίνονται συνέχεια με βάση την αποτελεσματικότητά τους.

Όλα αυτά μπορούσαν να λειτουργήσουν μόνο για όσο διάστημα στην κυβέρνηση δεν έμπαιναν μεγάλα ερωτήματα ή δεν δοκιμαζόταν πραγματικά η απήχησή της στην κοινωνία. Όμως, αυτό κράτησε έως και την πρώτη περίοδο της πανδημίας.

Όμως από εκεί και πέρα η κυβέρνηση άρχισε να έχει πραγματικά προβλήματα. Πίστεψε ότι εφόσον δεν είχε αντίπαλο, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθούσε να μην μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της απουσίας πραγματικής αποτίμησης για τη δική του διακυβέρνηση, δεν θα είχε και πρόβλημα με την κοινωνία. Ή ότι η όποια δυσαρέσκεια δεν θα μεταφραζόταν σε πολιτική δυναμική.

Όμως, αυτό δεν έβλεπε τα προβλήματα ή τα υποτιμούσε.

Η σταδιακή σώρευση προβλημάτων

Η διαχείριση της πανδημίας σταμάτησε από ένα σημείο και μετά να είναι «ισχυρό χαρτί», εφόσον σωρεύονταν προβλήματα, τα διάφορα μέτρα δεν απέδιδαν όσο οι διακηρύξεις, το κοινωνικό κόστος ήταν πραγματικό και η «τιμωρητική» διάθεση για τους ανεμβολίαστους μπορεί να είχε αποδοχή από τμήμα της κοινωνίας όμως αποξένωνε από ένα άλλο.

Οι πυρκαγιές μπορεί να μην είχαν ένα μεγάλο αριθμό απωλειών σε ζωές, όμως ήταν η μεγαλύτερη οικολογική καταστροφή στην ιστορία της χώρας και εκ των πραγμάτων προέκυπτε ότι ούτε σχεδιασμός υπήρχε ούτε ικανότητα αντιμετώπισης συνθηκών που ήταν ακραίες αλλά όχι απρόβλεπτες.

Το νέο σύστημα εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση μπορεί να φαινόταν ότι συντονιζόταν με μια συντηρητική αντίληψη περί «αξιοκρατίας» αλλά στην πράξη οδήγησε σε μια καταστροφική στέρηση της ανώτατης εκπαίδευσης από χιλιάδες νέους.

Η αυταρχική αντιμετώπιση των «Εξαρχείων» κατέληξε να εφαρμόζεται στη Νέα Σμύρνη και να διαμορφώνει εικόνα ενός γενικευμένου αυταρχισμού.

Το υπουργείο Πολιτισμού κατάφερε να γεννά διαρκή αρνητικά σχόλια, ιδίως σε σχέση με την επαρκή προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, πράγμα από μια άποψη παράδοξο, μια που παραδοσιακά είναι υπουργείο «θετικής δημοσιότητας».

Παρότι τα μεγάλα ποσά που χορηγήθηκαν σε επιχειρήσεις και εργαζομένους στο πλαίσιο των μέτρων για την πανδημία απέτρεψαν την μετατροπή της οικονομικής κρίσης σε κοινωνική, εντούτοις δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι από μόνο του το Ταμείο Ανάκαμψης και το νέο ΕΣΠΑ θα αποτελέσουν καθοριστικούς αναπτυξιακούς μοχλούς, σε ένα πιο επισφαλές περιβάλλον.

Τα όρια του ανασχηματισμού

Ο πρωθυπουργός και το επιτελείο του, σε μια κρίσιμη καμπή, σε αυτήν του μέσου της θητείας όταν πρέπει να μπορέσει να μειώσει τη σώρευση πολιτικού κόστους, μπορούσε όντως να δώσει την εικόνα ότι αντιλαμβάνεται τα πεδία της δυσαρέσκειας.

Τελικά, οι αλλαγές ήταν περιορισμένες. Ο πρωθυπουργός τις περιόρισε απλώς στα ζητήματα για τα οποία ρητά έχει παραδεχτεί λάθη και ανεπάρκειες, ενώ η αλλαγή-έκπληξη μετατράπηκε σε ένα πολιτικό φιάσκο. Επιπλέον, αποτυπώθηκε η διαρκής ανάγκη να μένει ικανοποιημένο το «σκληρό δεξιό» (ή ακροδεξιό) τμήμα του ακροατηρίου της κυβερνητικής παράταξης (το οποίο παρεμπιπτόντως είναι και το πιο «θορυβώδες» στη «δημόσια σφαίρα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης).

Όμως, το αποτέλεσμα ήταν ουσιαστικά εμμέσως πλην σαφώς μια σειρά από πολιτικές επιλογές που είχαν και έχουν πραγματικό πολιτικό κόστος να επικυρώνονται, από την επιλογή του πρωθυπουργού να μείνουν στη θέση τους τα ίδια πρόσωπα.

Και εδώ να ξεκαθαρίσουμε κάτι: εντός της κυβερνητικής παράταξης προφανώς κυριάρχησε μια λογική ότι εάν αλλάξουμε συγκεκριμένες και συγκεκριμένους υπουργούς, θα ήταν σαν να παραδεχόμαστε την κριτική της αντιπολίτευσης και άρα το τελικό πολιτικό κόστος θα ήταν μεγαλύτερο. Όμως, αυτό δεν αναιρεί ένα υπαρκτό κόστος κοινωνικής δυσαρέσκειας που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα πάρει και πολιτική μορφή.

Είναι επίσης προφανές ότι υπάρχει ένας πολιτικός υπολογισμός ότι με έναν τρόπο από εδώ και πέρα θα μπορέσουν να σωρεύονται «καλά νέα» μέχρι τις εκλογές, κυρίως σε σχέση με τη σταδιακή αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων, ή σε σχέση με τις αλλαγές στο επιχειρηματικό πεδίο (μεγάλες εξαγορές κ.λπ.).

Ωστόσο, όλα αυτά δεν είναι δεδομένα, η επίπτωσή τους θα εξαρτηθεί από παραμέτρους που είναι αστάθμητες (από την εξέλιξη της πανδημίας μέχρι τη διεθνή οικονομική συγκυρία) και τα όποια θετικά τους αποτελέσματα δεν θα είναι αυτόματα.

Τα «τυφλά σημεία» της πολιτικής γεωγραφίας

Την ίδια στιγμή υπάρχει πάντα το πρόβλημα με όλα εκείνα τα κοινωνικά και δημογραφικά κομμάτια που δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι ακολουθούν τις τάσεις που χαρακτηρίζουν την πολιτική σκηνή. Ήδη από καιρό έχει καταγραφεί το πρόβλημα ότι στις νεαρές ηλικίες (ας πούμε σχηματικά κάτω των 35) υπάρχει ένα άλλο εντελώς πολιτικό τοπίο και το πιάνουν και οι δημοσκοπήσεις: με άλλες προσλαμβάνουσες, άλλες διόδους ενημέρωσης και συζήτησης και τελικά άλλες πολιτικές συμπεριφορές. Η πανδημία επίσης ανάδειξε ένα φάσμα αμφισβητήσεων της κυρίαρχης κατεύθυνσης για η διαχείριση, που επίσης δεν περιορίζεται απλώς στην εμφανή εικόνα μιας «ψεκασμένης» ακροδεξιάς θρησκοληψίας: επίσης ένα κομμάτι που η πολιτική σκηνή το ξορκίζει αλλά δεν το μελετά. Εάν κανείς προσθέσει σε όλα αυτά και τη «βουβή» δυσαρέσκεια μεγάλων τμημάτων της μισθωτής εργασίας, διαμορφώνεται ένα τοπίο πιο σύνθετο από αυτό που συχνά αποτυπώνεται σε έρευνες κοινής γνώμης και αναλύσεις.

Όλα αυτά επικαθορίζονται και από μια παράμετρο ακόμη: η επικέντρωση της πολιτικής στην επικοινωνία δεν είναι απλώς ένας τρόπος διαχείρισης των πολιτικών ερωτημάτων. Είναι συνάμα και απόδειξη των ορίων ενός ορισμένου διανοητικού ορίζοντα που χαρακτηρίζει τους «σχεδιαστές πολιτικής» σήμερα. Γιατί είναι ένα πράγμα να βλέπεις κάτι και να παίρνεις το ρίσκο να μην το θεωρήσεις σημαντικό και άλλο απλώς να μην το αντιλαμβάνεσαι ή να εκτιμάς ότι επειδή δεν εντάσσεται σε προκατασκευασμένα σχήματα είναι σαν να μην υπάρχει.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr