Από τις αρχές του φθινοπώρου του 2020, μια σημαντική μερίδα Ελλήνων αναγνωστριών και αναγνωστών περίμενε τον ερχομό ενός βιβλίου, που έγινε νούμερο ένα μπεστ σέλερ των New York Times και τιμήθηκε με το βραβείο Non-Fiction Narrative Book of the Year των British Book Awards (2020).

Η ιταλικής καταγωγής συγγραφέας του  έχει συνεργαστεί με τα περιοδικά New York, Esquire, Elle, Glamour, καθώς και με άλλα έντυπα. Τα δοκίμιά της έχουν συμπεριληφθεί στις ανθολογίες Best American Sports Writing και Best American Political Writing και τα διηγήματά της έχουν πάρει δύο Βραβεία Πούσκαρτ. Ζει στο Κονέκτικατ με τον άντρα και την κόρη της. Την λένε Lisa Taddeo και το όνομά της κλωθογυρνά στα στόματα και τα πληκτρολόγιά μας, καθώς μιλάμε γι’ αυτήν και το βιβλίο της στην μητέρα μας, την κολλητή και την συνάδελφό μας.

Εμείς, προσωπικά, βυθιστήκαμε στις «Τρεις Γυναίκες» της ένα βράδυ που νιώθαμε κάπως συννεφιασμένες. Βουλιάξαμε στο κρεβάτι και αρχίσαμε να διαβάζουμε. Όταν τελειώσαμε το βιβλίο, κόντευε να ξημερώσει, όμως την πατήσαμε κι εμείς όπως η Γκουίνθε Πάλτροου: «Δεν μπορούσαμε κυριολεκτικά να το αφήσουμε από τα χέρια μας».

Το βιβλίο, η Lisa Taddeo και «εμείς, οι γυναίκες»

Λίγο μας νοιάζει το ότι θα μεταφερθεί σύντομα σε τηλεοπτική σειρά από τη Showtime-προσωπικά, αμφιβάλλω αν οποιοσδήποτε σκηνοθέτης θα κατορθώσει να επανα-υφάνει την μαυλιστική αφήγηση της Taddeo επί της οθόνης. Είναι, βέβαια, παρήγορο το γεγονός ότι η ίδια συμμετέχει στο σενάριο για την τηλεοπτική μεταφορά του βιβλίου της.

Η Lisa Taddeo έχει δώσει αρκετές συνεντεύξεις στην Ελλάδα και καλά έχει κάνει. Η μετάφραση, άλλωστε, της Κλαίρης Παπαμιχαήλ για την ελληνική έκδοση ήταν ένα έργο που πέτυχε και με το παραπάνω. Οι λέξεις της Taddeo μοιάζουν με αυτόνομους, ζωντανούς οργανισμούς και κάθε σελίδα μοιάζει ναχορεύει, βρυχάται και ανάβει φωτιές μπροστά στα μάτια μας. Αυτό η κυρία Παπαμιχαήλ πέτυχε να το φέρει στα ελληνικά και να μας ενθουσιάσει. Το βιβλίο στην Ελλάδα σκίζει.

Στην συνέντευξή της λοιπόν, στην Ντενίσα Μπαϊρακτάρι και στο Popaganda.gr, η Ιταλίδα συγγραφέας μετέφερε μια εικόνα από τα παιδικά και νεανικά της χρόνια σε σχέση με το σεξ, μια εικόνα που δύσκολα ίσως κανείς θα μπορούσε να προβλέψει: «Αν ποτέ βλέπαμε μια ταινία στο σπίτι και ξαφνικά είχε μια σκηνή σεξ, όλοι κάναμε ότι κοιτάμε αλλού. Μου φαίνεται τρελό τώρα, αλλά είχα μια σχέση από τα 18 μέχρι τα 25 μου και ενώ συζούσαμε, είχαμε νοικιάσει σπίτι με δυο κρεβατοκάμαρες, για να μπορώ να λέω στους δικούς μου, ότι αυτός έχει το δωμάτιο του κι εγώ το δικό μου και το πολύ-πολύ να ανταλλάσουμε κανένα φιλί που και που, αλλά μέχρι εκεί».

Η Lisa Taddeo γράφει για το σεξ, την επιθυμία, την στέρηση, τον ερεθισμό, τον οργασμό, το χημικό και φυσικό περιβάλλον του έρωτα από το πρίσμα του γυναικείου φύλου. Τρεις διαφορετικές, λευκές Αμερικανίδες (αν και στην σειρά, μια από όλες θα είναι μαύρη)  και η μητέρα της μίας εξ αυτών εμπιστεύθηκαν τις ιστορίες ους και τις σκέψεις τους γύρω από τον έρωτακαι τους άντρες στην, όπωςαποδεικνύεται, ταλαντούχα δημοσιογράφο, αλλά και συγγραφέα.

Ικανή δημοσιογράφος για τον τρόπο που λειτούργησε ως ακροάτρια και ως παραλήπτρια πολύτιμων, προσωπικών (αλλά και οικουμενικών, με έναν τρόπο) δεδομένων. Σοκαριστικά καλή συγγραφέας για την γλώσσα που χρησιμοποιεί, την τεχνική της να μας αφηγηθεί τις ιστορίες σα να μας παίρνει από το χέρι και να μας ξεναγεί μέσα τους, σαν οι ιστορίες να είναι δωμάτια και εμείς να έχουμε την πολυτέλεια να καθόμαστε στο κέντρο τους με πλήρη θέα σε κάθε τους γωνιά και λεπτομέρεια.

Η αλήθεια είναι πως το περιεχόμενο του βιβλίου έχει εγείρει το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης γύρω από αυτό-αλλά και ο τρόπος που είναι γραμμένο δεν πρέπει να ξεχνιέται, ούτε να περνά απαρατήρητος από την ανάλυση και την σκέψη μας. Αυτή η γραφή είναι σχεδόν επαναστατική. Δεν έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του κόσμου, όμως αυτό το κείμενο είναι αντικειμενικά πεντανόστιμο, σαρκώδες και ζουμερό. Αδηφάγα διαβάζεται, δημιουργεί δονήσεις και περνά αμέσως σε νου και σε καρδιά: Τα σημεία στίξης που δημιουργούν παύσεις, σιωπές ή που στήνουν ολόκληρες συναισθηματικές ατμόσφαιρες, οι εναλλαγές στα πρόσωπα (β’ και γ΄ενικό) που φέρνουν την αναγνώστρια και τον αναγνώστη στην θέση κάποιας από τις τρεις γυναίκες, η πλούσια, γεμάτη σχήματα και χρώματα, γλώσσα που στιγμή δεν εκβιάζει συναίσθημα, ούτε γίνεται γλυκερή είναι μερικές μόνο από τις «φιλολογικές» αρετές του.

Αυτό το βιβλίο, επίσης, είναι βγαλμένο από την εποχή του, καθώς ο λόγος που είναι αποτυπωμένος στις σελίδες του μοιάζει με καθημερινό διάλογο, με πράγματα που γράφουμε (όπως τα γράφουμε) στα social media και, ταυτοχρόνως, με υψηλή λογοτεχνία, όπως αυτή (πρέπει να) είναι σήμερα.

Έχουμε τρεις γυναίκες, λοιπόν. Την Μάγκι από την Βόρεια Ντακότα που ερωτοτροπεί πατώντας κάθε τόσο στο κενό με τον αγαπημένο της καθηγητή, μέχρι που τα πράγματα ξεφεύγουν και οδηγούνται σε δίκη. Την Λίνα (την δική μου αγαπημένη) από την Ιντιάνα που είναι παγιδευμένη σε έναν γάμο χωρίς συναισθήματα και απολαμβάνει να κάνει κρυφά έρωτα με τον πρώτο, μεγάλο και μοναδικό έρωτα της ζωής της. Την αδύνατη Σλόαν, ευκατάστατη ιδιοκτήτρια εστιατορίου στην αριστοκρατική βορειοανατολική Ακτή που έχει έντονη σεξουαλική και ερωτική ζωή με τις ευλογίες-και κάποτε, από την απαίτηση- του συζύγου της.

Γυναίκες που οι ιστορίες τους ξεκινούν από την παιδική και εφηβική τους ηλικία και φτάνουν σε διαφορετικά «τέρματα» για κάθε μια. Η Σλόαν διανύει την πέμπτη δεκαετία της ζωής της, η Λίνα είναι μια νέα, σέξι, γεμάτη ορέξεις μαμά, μάξιμουμ 35, και η Μάγκι ένα πικραμένο κορίτσι κάπου μεταξύ 20 και 30 ετών. Οι άντρες τγύρω τους στροβιλίζονται, τις κάνουν να νιώθουν σημαντικές ή ακριβώς το αντίθετο. Δεν είναι μόνο οι εραστές τους, αλλά και οι εργοδότες τους, οι πατεράδες και οι αδερφοί τους. Οι γιοι τους, στην περίπτωση της Λίνας. Οι «τρίτοι άντρες» στην περίπτωση της Σλόαν.

H επιθυμία και για τις τρεις βιώνεται ως κάτι κρυφό, στα όρια του απαγορευμένου, βιώνεται ως κάτι που αν βγει στην επιφάνεια θα καταστρέψει κάτι ή κάποιον και, μάλλον, τις ίδιες. Όλες, όμως, αφήνονται σε αυτήν. Κι όλες είναι αρκούντως δυνατές για να αντέξουν και την «τιμωρία» (δίκαιη ή άδικη) όταν έρχεται. Μια γυναίκα δεν έχει απέναντί της απλώς τους άντρες και την κοινωνία-συμβαίνει, συχνά, να έχει απέναντί της μία άλλη γυναίκα. Και τότε, ποιας το δίκιο και το δικαίωμα, είναι πιο δυνατό;

Οι συναρπαστικές αφηγήσεις των τριών τους μπλέκονται η μία μέσα στην άλλη αριστοτεχνικά. Σχεδόν μπορείς να τις δεις πώς κλείνουν τα μάτια στο πολυπόθητο φιλί, πώς αγχώνονται για «τις τρίχες γύρω από τις θηλές τους» ή «αν μυρίζουν τσιγάρο», «αν είναι ωραίο το πρόσωπό τους από κοντά» και τόσα άλλα… Είναι καθημερινές γυναίκες, δεν είναι ηρωίδες ούτε ανάγονται σε τέτοιες, κι ας έχουν περάσει ουκ ολίγες δυσκολίες. Το θέμα της νευρικής ανορεξίας, του βιασμού και του συντηρητισμού της αμερικανικής κοινωνίας πάνω από την οποία δεσπόζει ο καθολικισμός περνάνε στιβαρά μέσα από τις σελίδες, πλην όμως δεν αποτελούν βασικούς πυρήνες ανάπτυξης θεμάτων.

Γι΄αυτό λάτρεψα το συγκεκριμένο βιβλίο. Είμαι μία νέα γυναίκα που έχει βαρεθεί να μπαίνει, έστω και με καλές προθέσεις, σε ένα τεράστιο τσουβάλι με εκατομμύρια άλλες γυναίκες στην χώρα της ή στον κόσμο, με την αφορμή κάποιου περιστατικού ή κάποιας επαναστατικής εξαγγελίας τύπου «γυναίκες ενωμένες, ποτέ νικημένες». Λες και όλες έχουμε τα ίδια λεφτά στο τέλος του μήνα ή κοιμόμαστε στα ίδια κρεβάτια ή μας ερεθίζουν τα ίδια πράγματα.

Έχω επίσης βαρεθεί να θεωρούμαι a priori θύμα κάποιου άνδρα ή κάποιων ανδρών, απλώς και μόνο επειδή είμαι «θήλυ». Ή να απολογούμαι που δεν είμαι περισσότερο ή λιγότερο φεμινίστρια, αναλόγως την περίσταση και τον άνθρωπο με τον οποίο συνομιλώ. Το βιβλίο της Taddeo ήταν έτοιμο πριν ξεσπάσει το κίνημα #metoo και είναι καρπός δουλειάς (πάρα πολλών) ετών κατά τα οποία ο νεο-φεμινισμός ή η έννοια της ενδυνάμωσης των γυναικών ήταν ψιλά γράμματα ακόμα.

Πριν το ξεκινήσω, φοβόμουν ότι θα διάβαζα ιστορίες γυναικών που «κατά βάθος μοιάζουν», γυναικών που όλο πληγώνονται από κάποιον «κακό άντρα», γυναικών που όλο θύματα είναι, που, παρά την ομορφιά-δύναμη-μόρφωσή τους, τους φέρονται άσχημα και άδικα. Δεν αμφιβάλλω ότι υπάρχουν τέτοιες ιστορίες-έχουμε ακούσει και διαβάσει χιλιάδες και εύχομαι να συνεχίσουμε,ώστε να υπάρξει εκείνη η μέρα στον κόσμο που όλες τους θα φαίνονται πολύ μακρινές.

Όμως, το έργο της Lisa Taddeo δεν είχε διάθεση να χαϊδέψει τις έντονες εξοχές της εποχής του. Πρόκειται για ό, τι πιο σύγχρονα φεμινιστικό και αντισεξιστικό έχω διαβάσει, χωρίς να αναφέρονται καν οι λέξεις φεμινισμός, φαλλοκρατία, μισογυνισμός και σεξισμός. Ίσως μία φορά η λέξη σεξισμός, αν δεν κάνω λάθος. Αντιμετωπίζει τις γυναίκες η Taddeo σαν ανθρώπους με ορμές, θέλω, πάθη και αφετηρίες που μπορεί και να τους καθιστούν προβληματικούς. Δεν στέκεται στο φύλο τους για να δομήσει υπερασπιστικές γραμμές ή να ερμηνεύσει δήθενα μετ-επαναστατικά την σχέση τους με το άλλο φύλο. Απλώς αφηγείται, μπαίνοντας σχεδόν κάτω από το δέρμα των τριών της ηρωίδων.

Ίσως δεν είναι η κατάλληλη εποχή για να βροντοφωνάξει-ειδικά στα social media- μια γυναίκα ότι «πεθαίνει για έναν άντρα» ή ότι «συγχωρεί τον κοκοποιητή της, γιατί νομίζει πως τον αγαπά» ή ότι «δε θεωρεί καθόλου σεξιστικό που κάνει σεξ σύμφωνα με τους κανόνες που της θέτει ο σύζυγός της». Αυτά τα υλικά, όμως, απαρτίζουν το πραγματικό σύμπαν του γυναικείου πόθου, ο οποίος κατοικεί ξεχωριστά από την άποψη μιας γυναίκας για την θέση της στον κόσμο και απέναντι ή πλάι στα αρσενικά.

Κι αυτά τα υλικά τα χρησιμοποιεί άφοβα η συγγραφέας των Τριών Γυναικών, που αποδεικνύεται μαέστρος στο γράψιμο για σεξ. Χωρίς πορνογραφική διάθεση, περιγράφει «όπως είναι» τις συνευρέσεις των ηρωίδων της με τους άντρες τους. Και χωρίς να μισεί τους άντρες, απλώς είναι με το μέρος των γυναικών.

Η Lisa Taddeo δεν επιχειρεί να γράψει μανιφέστο ή να καταθέσει κάποια τυχόν οριστική της άποψη σε σχέση με το γυναικείο φύλο. Έστριψε τον καθρέπτη-πένα της στα πρόσωπα τριών γυναικών που οι ιστορίες τους-αυτές και μόνο, χωρίς συμπληρωματικά σχόλια ή ερμηνείες- λένε πολλά, προς πολλές κατευθύνσεις, βάζουν σε σκέψεις, εκπλήσσουν, φέρνουν έως και σε άβολη θέση. Αυτή είναι η δουλειά ενός καλλιτέχνη, αγαπητή Lisa Taddeo.

Δεν υπάρχουν κανόνες στον τρόπο με τον οποίο ξεδιπλώνεται η ιστορία του καθενός και της καθεμιάς μας μες στον ρου της Μεγάλης Ιστορίας. Η Μεγάλη Ιστορία όμως γράφεται από το μελάνι το οποίο χύνεται από το παθιασμένο γράψιμο των μικρών. Όταν πολλές, νέες γυναίκες, ας πούμε, καυλώνουν στην σκέψη ότι ο εραστής τους είναι βρικόλακας, τότε το Λυκόφως αρκεί για να περγράψει τις φαντασιώσεις μια ολόκληρης γενιάς και να καρφιτσωθεί δια παντός στον βελουδένιο ουρανό της ποπ κουλτούρας.

Κάπως έτσι, διαβάζοντας Τρεις Γυναίκες, ως γυναίκες, βλέπουμε αυτά που μας χωρίζουν και σκεφτόμαστε ότι εμείς δεν θα κάναμε ποτέ εκείνο και το άλλο ή μας πιάνουμε επικριτικές. Από την άλλη, παρατηρούμε κι αυτά που μας ενώνουν και χαζογελάμε μόνες μας μπροστά από τις τσακισμένες σελίδες, γιατί έτσι ΑΚΡΙΒΩΣ φιληθήκαμε κι εμείς την πρώτη φορά, έτσι ΑΚΡΙΒΩΣ είναι όταν κάνουμε έρωτα με κάποιον που θέλουμε τρομερά πολύ, έτσι ΑΚΡΙΒΩΣ βιώνεται το συναίσθημα του «δεν έχω ξυριστεί» ή «τι ωραία είναι που αδυνάτισα». Έτσι ακριβώς.

Το βιβλίο αυτό μάς ανοίγει τα μάτια, τα μυαλά, την καρδιά με τρόπο που δεν έχει πρόθεση να κουνήσει δάχτυλο. Μας παρασύρει ευχάριστα σελίδα τη σελίδα σαν μικρό κύμα που όλο και μεγαλώνει και μας ξεβράζει στην ακτή του δικού μας σύμπαντος, του δικού μας άντρα και εραστή, του δικού μας σώματος, της δικής μας απόφασης να ζήσουμε όπως θέλουμε ή όπως αντέχουμε. Ευχαριστώ, προσωπικά, από καρδιάς την Lisa Taddeo και τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος, χάρη στις οποίες διάβασα κι εγώ με την σειρά μου τις «Τρεις Γυναίκες».

ΥΓ: Το βιβλίο έχει μια μαγική ιδιότητα να απευθύνεται την ίδια στιγμή σε άντρες και σε γυναίκες, αποκαλύπτοντας διαφορετικά μηνύματα και εικόνες στο καθένα από τα δύο φύλα. Κάντε το δώρο σε οποιοδήποτε πρόσωπο σας ενδιαφέρει για κάποιον λόγο να εισαχθεί στον κόσμο των δυτικών γυναικών όπως είναι σήμερα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr