«Εάν ο στρατός επέμβει νωρίτερα από ό,τι πρέπει, ενδέχεται να είναι αχρείαστο και να έχει πολιτικό κόστος. Εάν, από την άλλη, οι διπλωμάτες καθυστερήσουν πάρα πολύ, τότε η κατάσταση θα μοιάζει με τη Σαϊγκόν που έφευγαν από την ταράτσα ή με την αποχώρηση από το Μογκαντίσου, όταν όλα είχαν ήδη χαθεί».

Τα λόγια του Ρόναλντ Νόιμαν, πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών στο Αφγανιστάν την περίοδο 2005-’07, αποτυπώνουν την αγωνία που επικρατεί στην πρεσβεία της Καμπούλ και, κυρίως, στην Ουάσιγκτον. Καθώς οι Ταλιμπάν προελαύνουν ακάθεκτοι και καταλαμβάνουν τη μία πόλη μετά την άλλη, ενώ σύντομα αναμένεται να βρεθούν στα πρόθυρα της ίδιας της πρωτεύουσας, τα «φαντάσματα» του Βιετνάμ και της Σομαλίας έχουν ξυπνήσει για τα καλά και δεν αφήνουν τους επιτελείς του Πενταγώνου και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ να κοιμηθούν.

Όχι άλλη Σαϊγκόν…

Η κατάσταση είναι τέτοια ώστε, σύμφωνα με το ρεπορτάζ των New York Times – που συνήθως δεν πέφτουν έξω σε τέτοια θέματα – έχει ξεκινήσει μια εναγώνια προσπάθεια για να αποφευχθεί το χειρότερο σενάριο, που θα «λεκιάσει» ανεξίτηλα την εικόνα τα υπερδύναμης: Η εκκένωση μιας πολιορκημένης πρεσβείας, υπό τα πυρά των Ταλιμπάν και με τα πλήθη να αλαλάζουν αντιαμερικανικά συνθήματα – σκηνές που είναι βέβαιο ότι θα ακολουθήσουν και στις υπόλοιπες διπλωματικές αποστολές δυτικών χωρών που παραμένουν ανοιχτές.

Την επικίνδυνη και κρίσιμη αποστολή έχει αναλάβει ο Ζαλμάι Χαλιλζάντ. Πρόκειται για τον αφγανικής καταγωγής διαπραγματευτή των ΗΠΑ ο οποίος, όλους τους προηγούμενους μήνες, χειρίστηκε (ανεπιτυχώς, όπως αποδεικνύεται) το «παζάρι» με τους Ταλιμπάν, με στόχο μια όσο το δυνατόν πιο ομαλή μετάβαση στην επόμενη ημέρα, μετά την αποχώρηση των αμερικανικών και νατοϊκών στρατευμάτων.

Πλέον, το επιχείρημα του Χαλιλζάντ απέναντι στην ηγεσία των Ταλιμπάν – με εκπροσώπους της οποίας συναντάται στην Ντόχα του Κατάρ – είναι ένα και μοναδικό: Δεσμευτείτε ότι δεν θα επιτεθείτε στην πρεσβεία μας και δεν θα απειλήσετε τους λίγους Αμερικανούς που θα απομείνουν στο Αφγανιστάν και εμείς, ως ανταπόδοση, θα συνεχίσουμε τη συνεργασία με την επόμενη κυβέρνηση της χώρας, η οποία προφανώς και θα ελέγχεται από εσάς.

Κάτι ανάλογο λένε και άλλες χώρες. Όπως είναι, για παράδειγμα, η Γερμανία, ο υπουργός Εξωτερικών της οποίας τόνισε χθες ότι εάν η Καμπούλ και η εξουσία καταληφθούν δια της βίας και ειδικά εάν επιβληθεί η σαρία, τότε το Βερολίνο δεν θα δώσει πλέον ούτε σεντ βοήθειας στο Αφγανιστάν.

Το σχέδιό τους, που πρακτικά αποτελεί την τελευταία γραμμή άμυνας, μοιάζει απλό: Να επιτρέψουν οι Ταλιμπάν να διατηρήσουν όσες χώρες θέλουν μια απολύτως απαραίτητη διπλωματική παρουσία στο Αφγανιστάν και αυτές να τους διασφαλίσουν, έμμεσα ή άμεσα, διεθνή διπλωματική αναγνώριση.

Ποιους έχουν ανάγκη οι Ταλιμπάν;

Το ερώτημα που τίθεται εδώ, βεβαίως, είναι γιατί οι Ταλιμπάν θα έπρεπε να λάβουν σοβαρά υπόψη τους αυτές τις προειδοποιήσεις, τη στιγμή που είναι απολύτως κυρίαρχοι στα πεδία των μαχών και το απέναντι στρατόπεδο έχει σχεδόν καταρρεύσει. Γιατί θα έπρεπε να υπολογίζουν στην αμερικανική και ευρωπαϊκή βοήθεια προκειμένου να στήσουν το καθεστώς τους, όταν φαίνεται πως έχουν ήδη πολιτικό και οικονομικό πάρε-δώσε με πολύ σημαντικές χώρες, που διαθέτουν ισχυρή επιρροή στην περιοχή: Ρωσία, Κίνα, Ιράν, Τουρκία, Σαουδική Αραβία και, φυσικά, Πακιστάν.

Ειδικά όσον αφορά το Πακιστάν, είναι κοινό μυστικό ότι αποτελούσε πάντοτε το μεγάλο στήριγμα των Ταλιμπάν – το όνομα των οποίων σημαίνει «σπουδαστές» στα αραβικά. Οι πανίσχυροι μηχανισμοί του στρατού και των μυστικών του υπηρεσιών όχι απλώς ανέχονται την παρουσία και τη δράση τους στην άλλη πλευρά των συνόρων, παρά τις «εκκλήσεις» των ΗΠΑ για συνεργασία, αλλά τους ενισχύουν συστηματικά και με πολλούς τρόπους, ενώ τους προσφέρουν πρόσβαση και στο πακιστανικό έδαφος.

Είναι χαρακτηριστικό ότι πέρυσι, σε ομιλία του στη βουλή, ο πρωθυπουργός του Πακιστάν (και στενός φίλος του Ερντογάν), Ίμραν Καν, αποκάλεσε «μάρτυρα» τον Οσάμα μπιν Λάντεν. Επίσης, υπάρχουν δεκάδες αναφορές για υποδοχή τραυματισμένων μαχητών Ταλιμπάν στα πακιστανικά νοσοκομεία, καθώς και για ανεφοδιασμό τους με σύγχρονα όπλα και πυρομαχικά.

Ο ρόλος του Πακιστάν

Γιατί, όμως, συμβαίνει αυτό; Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στο γεγονός ότι οι Παστούν, η εθνική ομάδα από την οποία προέρχονται οι Ταλιμπάν και κυριαρχεί στο Αφγανιστάν με τις εκατοντάδες φυλές της, αποτελεί τη μεγαλύτερη μειονότητα στο Πακιστάν, αντιπροσωπεύοντας το 15-18% των περίπου 220 εκατομμυρίων κατοίκων του.

Έχει να κάνει και με την τεράστια επίδραση που έχουν στη χώρα οι θεωρούμενες ως «ακραίες» εκδοχές του Ισλάμ, που πιστεύουν βαθιά και υπηρετούν με κάθε τρόπο την ιδεολογία του «ιερού πολέμου» (τζιχάντ). Σε πολλά τζαμιά και, κυρίως, στους χιλιάδες «μαντρασάδες» (ιεροδιδασκαλεία) που υπάρχουν σε ολόκληρη τη χώρα, εκατομμύρια νέοι εμπνέονται από τις παραδόσεις και τα επιτεύγματα των Αφγανών μαχητών, αρχικά ως μουτζαχεντίν και, στη συνέχεια, με το όνομα των Ταλιμπάν.

Όπως και να το δει κανείς, έχουν λόγο να το κάνουν, καθώς οι «ήρωές» τους έχουν καταφέρει κάτι μοναδικό: Να «γονατίσουν» διαδοχικά τις δύο μεγάλες υπερδυνάμεις, την Σοβιετική Ένωση και τις ΗΠΑ. Γι’ αυτό, άλλωστε, χιλιάδες στρατολογούνται διαρκώς προκειμένου να πολεμήσουν τους «άπιστους» οι οποίοι έχουν έρθει να καταλάβουν τη χώρα τους και να αλλοιώσουν τον πολιτισμό τους.

Η ηγεσία του Πακιστάν, λοιπόν, διατηρώντας στενές σχέσεις με τους Ταλιμπάν, θεωρεί ότι πετυχαίνει με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια: Αφενός, την «κοινωνική ειρήνη» στο εσωτερικό της χώρας, κατευνάζοντας τους φανατικούς ισλαμιστές. Και, αφετέρου, τις γεωπολιτικές της φιλοδοξίες, οι οποίες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στο φόντο του διαρκούς και σκληρού ανταγωνισμού με άλλες χώρες της περιοχής, πρωτίστως δε την Ινδία.

Πώς, όμως, καταφέρνουν να συντηρούνται οικονομικά οι Ταλιμπάν, οι οποίοι φέρονται να διαθέτουν 85.000 εμπειροπόλεμο και καλά εξοπλισμένο στρατό, καθώς και ένα ευρύτερο μηχανισμό. Η απάντηση δε αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να δοθεί παρά μόνο εάν συνυπολογίσει κανείς τις βαθιές ρίζες που διαθέτουν στο Αφγανιστάν και την γύρω περιοχή, καθώς και τους συμμάχους που κατά καιρούς είχαν στο πλευρό τους.

Διώχνοντας τους Σοβιετικούς

Σημειώνεται πως το «κίνημά» τους έδρασε αρχικά στις τάξεις των μουτζαχεντίν που πολεμούσαν τα σοβιετικά στρατεύματα, επωφελούμενο από τη μεγάλη υλική στήριξη που παρείχαν οι ΗΠΑ και άλλες χώρες. Μετά την ήττα και την αποχώρηση της ΕΣΣΔ, το 1989 (λίγο πριν την κατάρρευσή της) και καθώς το Αφγανιστάν βυθιζόταν στο χάος, οι Ταλιμπάν αποφάσισαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους.

Έτσι, εμφανίστηκαν αυτόνομα στο προσκήνιο το 1994, υποσχόμενοι να φέρουν την τάξη και την ηρεμία στη χώρα, μέσω της επιβολής του ισλαμικού νόμου (σαρία). Αυτό, άλλωστε, δεν απείχε πολύ από τις παραδόσεις μεγάλου μέρους των Αφγανών, που ποτέ δεν υιοθέτησαν άλλου είδους πρότυπα όσον αφορά την οργάνωση της κοινωνίας και του κράτους, τον ρόλο της γυναίκας κ.λπ, τα οποία ουσιαστικά επικράτησαν μόνο στην Καμπούλ και ορισμένες άλλες μεγάλες πόλεις, όπως η Μαζάρ-ι-Σαρίφ.

Έτσι, έγιναν ευμενώς δεκτοί από εκατομμύρια Αφγανούς και κατάφεραν να καταλάβουν μέσα σε δύο χρόνια την Καμπούλ και την εξουσία. Μάλιστα, φρόντισαν να σφραγίσουν συμβολικά την ίδρυση του Ισλαμικού Εμιράτου με την καταστροφή μνημείων άλλων θρησκειών και πολιτισμών, καθώς και με τον απαγχονισμό του τελευταίου «κοσμικού» και φιλοσοβιετικού προέδρου της χώρας, Νατζιμπουλάχ Αχμαντζάι.

Μετά την 11η Σεπτεμβρίου

Όταν ο τροχός της ιστορίας γύρισε και οι πρώην χρηματοδότες τους μετατράπηκαν σε εισβολείς και δυνάμεις κατοχής – το 2001, με την εισβολή που ακολούθησε τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη – οι Ταλιμπάν αποδείχθηκαν μετρ της τακτικής, αντιγράφοντας κατά κάποιο τρόπο και την εμπειρία του Μάο: Αντί να εμπλακούν σε ένα κατά μέτωπο πόλεμο με τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους, προτίμησαν να εγκαταλείψουν την κυβέρνηση και τις μεγάλες πόλεις και να διατηρήσουν τον έλεγχο των αχανών εκτάσεων και των χωριών.

Το έκαναν δε όχι μόνο ιδεολογικά και θρησκευτικά, αλλά και οικονομικά, καθώς αντλούσαν σημαντικούς πόρους από όλες τις δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής και της εμπορίας οπίου. Κάτι που τους επέτρεπε να συντηρούν και να αναπτύσσουν τον μηχανισμό και τον στρατό τους – μια παράλληλη, ουσιαστικά, κυβέρνηση με την διεθνώς αναγνωρισμένη που είχε έδρα την Καμπούλ.

Ο ανταρτοπόλεμος στον οποίο επιδόθηκαν για τις επόμενες δύο σχεδόν δεκαετίες, κάνοντας συχνά-πυκνά εντυπωσιακές επιδείξεις δύναμης, αποδείχθηκε εξαιρετικά επιτυχημένος. Έτσι, όταν οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν οριστικά το δόγμα της Pax Americana και αποφάσισαν να αποχωρήσουν από μια σειρά θέατρα του πολέμου, ανάμεσα στα οποία και το Αφγανιστάν, οι Ταλιμπάν κατάλαβαν πως είχε έρθει πάλι η δική τους ώρα.

Πλέον, τίποτα δεν μοιάζει ικανό να τους σταματήσει. Οι όροι της ειρήνης, όταν έρθει αυτή η ώρα, θα είναι κυρίως δικοί τους και το Αφγανιστάν θα περάσει υπό τον έλεγχό τους, με τους Αμερικανούς να έχουν ταπεινωθεί. Μέχρι, βεβαίως, ο τροχός της ιστορίας να ξαναγυρίσει.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr