Το ίδιο το κείμενο ήταν – όπως συχνά συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις – αρκετά γενικό, ώστε να μπορούν πολλοί να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους σε αυτό, ακόμη και εάν λίγες συγκεκριμένες απαντήσεις έδινε.

Όμως, στην πολιτική όντως σε κάποιες στιγμές ισχύει ότι «το μέσο είναι το μήνυμα».

Στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν επέστρεψε στην Ελλάδα για να διεκδικήσει κληρονομικώ δικαιώματι την ηγεσία του Κέντρου, αλλά για να φτιάξει ένα νέο πολιτικό κίνημα, που μπορούσε να εκπροσωπεί ταυτόχρονα την αδικαίωτη ελπίδα της κοινωνικής συμμαχίας του ΕΑΜ, τον ριζοσπαστισμό της μεταπολίτευσης και τη συνέχεια με τον μετασχηματισμό του Κέντρου σε «προοδευτική παράταξη».

Κοντολογίς σε μια νέα κατάσταση, ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε τη διορατικότητα να καταλάβει ότι χρειάζονταν νέα σχήματα, που να απαντούν σε νέες αγωνίες, αναζητήσεις και προσδοκίες.

Αυτό ακριβώς που δεν κατάλαβαν τότε ούτε η ηγεσία της Ένωσης Κέντρου, ούτε και οι ηγεσίες μιας κομμουνιστικής αριστεράς που είχε να αντιμετωπίσει και το τραύμα της διάσπασης του 1968.

Προφανώς και ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ του 1974 και το ΠΑΣΟΚ του 1981 ή, πολύ περισσότερο, το ΠΑΣΟΚ των κυβερνήσεων Σημίτη ή της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου, υπάρχουν μεγάλες διαφορές και ο αρχικός ριζοσπαστισμός χάθηκε. Άλλωστε, θα μπορούσε κανείς να πει ότι και ο ριζοσπαστισμό της Διακήρυξης της 3ης Σεπτέμβρη ήταν ούτως ή άλλως αντιφατικός ή ακόμη και ασαφής κυρίως ως προς το ποιες κοινωνικές σχέσεις θα υπηρετούσαν αυτό που οριζόταν ως εθνική ανεξαρτησία, δηλ. το περιεχόμενο της επαγγελίας ενός σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.

Όμως, ακόμη και έτσι η διακήρυξη μπορούσε να αποτυπώσει την αγωνία και την ελπίδα μιας κοινωνίας που ήθελε να απαλλαγεί από τον αποκρουστικό αυταρχισμό του μετεμφυλιακού κράτους με όλο το φάσμα των τυπικών και άτυπων διακρίσεων ανάμεσα «εθνικόφρονες» και μη, που ήθελε μια χώρα που να μην είναι απλώς ένα προκεχωρημένο φυλάκιο του Ψυχρού Πολέμου, που ήθελε να δουν καλύτερη μέρα οι αδικημένοι της μεταπολεμικής «ανασυγκρότησης», που απαιτούσε επαρκείς κρατικές δομές, δημόσιες υπηρεσίες και υποδομές.

46 χρόνια μπορεί να επαναληφθεί;

Το ερώτημα που προκύπτει είναι εάν 46 χρόνια μπορεί να επαναληφθεί μια αντίστοιχη τομή σε αυτό που συνηθίσαμε ιστορικά να ονομάζουμε προοδευτικό χώρο.

Προφανώς οι συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές και δεν είμαστε στην κορύφωση ενός κύματος ριζοσπαστισμού, που εάν μιλάμε για την Ευρώπη ξεκινά από τον Μάη του 1968 και φτάνει μέχρι την Επανάσταση των Γαρυφάλλων στην Πορτογαλία και έκανε ακόμη και την κλασική σοσιαλδημοκρατία να συζητά τα όρια του καπιταλισμού.

Όμως, εάν το σκεφτούμε από μια διαφορετική σκοπιά, όντως σήμερα είμαστε σε ένα μεταίχμιο, σε μια κρίσιμη μεταβατική περίοδο. Η πανδημία και η οικονομική κρίση που συνδέθηκε με αυτήν έχουν κάνει σαφές ότι ένα ολόκληρο νεοφιλελεύθερο κοινωνικό υπόδειγμα έδειξε τα όριά του και αδυνατεί να προσφέρει απαντήσεις, ακόμη και εάν αλαζονικά επιμένει ότι είναι ο μόνος δυνατός δρόμος. Η παγκοσμιοποίηση βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι και ο κόσμος του αύριο θα είναι πιο κατακερματισμένος. Η δημοκρατία αντιμετωπίζει νέες προκλήσεις, από την άνοδο της ακροδεξιάς μέχρι τη σταδιακή και διόλου σιωπηρή εγκατάσταση ενός γενικευμένου καθεστώτος ψηφιακής επιτήρησης. Τα εθνικά θέματα επιστρέφουν στο προσκήνιο ως ανοιχτή πρόκληση. Νέες απειλές όπως η κλιματική αλλαγή επιβάλλουν επείγουσες ανατροπές στην παραγωγή και τις καταναλωτικές συνήθειες.

Την ίδια ώρα προηγούμενα πολιτικά υποδείγματα έδειξαν τα όριά τους. Η σοσιαλδημοκρατία περνάει μία από τις πιο μακρόχρονες κρίσεις, πληρώνοντας βαθύ τίμημα για την πολιτική ταύτιση με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, την ίδια ώρα που η πέραν της σοσιαλδημοκρατίας αριστερά ακόμη δεν έχει ξεπεράσει το τραύμα της συνθηκολόγησης του ΣΥΡΙΖΑ ή την αποτυχία του Podemos να φέρει την ανατροπή.

Σε αυτό το τοπίο όντως κανείς θα μπορούσε να εντοπίσει την απουσία ενός διαβήματος (ή έστω της φιλοδοξίας για ένα τέτοιο διάβημα) αναλόγου με αυτό της 3ης Σεπτέμβρη, δηλαδή την απουσία μιας προσπάθειας να υπάρξει μια τομή πολιτική που να δοκιμάζει με τόλμη να απαντήσει στις νέες προκλήσεις μιας νέας εποχής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί ότι δεν είναι ώρα για σοβαρή συζήτηση

Η πιο χαρακτηριστική ένδειξη της απουσία διάθεσης για μια τομή στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζει ο ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα που ρητά έχει διεκδικήσει να παίξει ρόλο ανάλογο με αυτόν του ΠΑΣΟΚ το 1974, το συνέδριο και συνολικά την παραγωγή στρατηγικού πολιτικού λόγου.

Η αναβολή του συνεδρίου μπορεί να δικαιολογείται στη βάση των υγειονομικών περιορισμών ή να εξηγείται από την όποια προσπάθεια προετοιμασίας κατάλληλων συσχετισμών και ισορροπιών, όμως έστω και άρρητα αφήνει το ίχνος ότι δεν είναι εποχή προγραμματικών τομών, συνολικών αποτιμήσεων και στρατηγικών σχεδίων για το μέλλον.

Ούτε είναι τυχαίο, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βολεύεται πολύ περισσότερο σε έναν κλασικό αντιπολιτευτικό ρόλο, καταγγέλλοντας κυβερνητικές ανεπάρκειες και ελπίζοντας στην φθορά της κυβέρνησης ως οδό για την επιστροφή στην εξουσία, αποφεύγοντας την πολιτική και διανοητική βάσανο που θα οδηγούσε στην επεξεργασία ενός συνολικού σχεδίου από την κρίση που να μπορεί να εκπροσωπήσει αγωνίες, αναζητήσει, επιδιώξεις ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων και να διεκδικήσει με τόλμη μια πραγματική νέα εκκίνηση για τη χώρα.

Μόνο που αυτό απλώς εμπεδώνει την αίσθηση μιας κοινωνίας μειωμένων προσδοκιών.

Ακριβώς, το αντίθετο από αυτό που έκανε ο Ανδρέας Παπανδρέου όταν σε εκείνη την αίθουσα ξενοδοχείου σηκώθηκε και διάβασε την Διακήρυξη της 3ης Σεπτεμβρίου.

Γράψτε το σχόλιό σας

Πηγή: in.gr